Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

«That Face» της Polly Stenham στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Αργώ»


Με το έργο «That Face» η 22χρονη συγγραφέας Polly Stenham έκανε το ντεμπούτο της στο Royal Court του Λονδίνου το 2007. Το κείμενο εξασφάλισε το βραβείο Evening Standard, TMA, της Ένωσης Κριτικών Λονδίνου για το καλύτερο νέο έργο της περιόδου 2007-2008, καθώς και υποψηφιότητα καλύτερου έργου της χρονιάς στα περσινά βραβεία Ολίβιε.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλούμε από το δελτίο τύπου, αγαπήθηκε από το κοινό και υμνήθηκε από την κριτική που το συσχέτισε με έργα σταθμούς του 20ου αιώνα, όπως το «Βόρτεξ» του Νόελ Κάουαρντ, τους «Τρομερούς Γονείς» του Ζαν Κοκτώ και το «Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ;» του Έντουαρντ Άλμπυ, ενώ η γραφή της Stenham θεωρήθηκε ότι έχει επηρεαστεί από τους Πίντερ, Άλμπυ, Ουίλλιαμς και Τσέρτσιλλ.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα σύγχρονο αστικό δράμα που απεικονίζει την εμπόλεμη κατάσταση στο εσωτερικό μιας διαλυμένης οικογένειας με σαθρούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη της. Οι χαρακτήρες ανταποκρίνονται σε κλασσικά πρότυπα του είδους ενώ οι καταστάσεις αντικατοπτρίζουν τα γνωστά μας στην αγγλόφωνη δραματουργία, τοπία όπου το σχήμα του διαλυμένου ζευγαριού δημιουργεί την συνθήκη για υπονόμευση των οικογενειακών δεσμών και δρα φθοροποιά στον ευαίσθητο ψυχισμό των εκπροσώπων της νέας γενιάς οι οποίοι διανύουν με τραυματικό τρόπο την κρίσιμη εφηβεία τους.
Ο πατέρας είναι απών, βυθισμένος στις επαγγελματικές του ενασχολήσεις, ψυχρός, απόμακρος κι αδιάφορος, ο γιος εμφορείται από ένα στρεβλό οιδιπόδειο για την μητέρα του, η οποία βυθισμένη στα χάπια και στο αλκοόλ, ζει την εμπειρία της πτώσης της σαν υπνοβάτης, χωρίς να έχει την δύναμη να αντισταθεί, φλερτάροντας επικίνδυνα με την παράνοια και καταφεύγοντας σε ακρότητες για να καλύψει τα υπαρξιακά της κενά.
Η κόρη, σε συγκρουσιακό καθεστώς με την μητέρα, είναι διαρκώς μπλεγμένη σε παραβατικές συμπεριφορές και επιχειρώντας να κινητοποιήσει τους μηχανισμούς άμυνας, καταλήγει σε μια ανερμάτιστη επιθετικότητα.
Η αγάπη, η αλληλοκατανόηση, η στοργή δίνουν την θέση τους στην αλληλοπεριφρόνηση, την χαοτική επικοινωνία, την αρρωστημένη έλξη και απώθηση, την φθορά και την κατάθλιψη. Το ζοφερό κλίμα της οικογένειας επιδεινώνεται από τις απεγνωσμένες προσπάθειες των νεαρότερων μελών της να αντιδράσουν ακολουθώντας μεθόδους που τα οδηγούν βαθύτερα στα βαλτώδη τοπία της οδυνηρής παρακμής τους.
Οι συρράξεις αντικαθιστούν την στοιχειώδη έστω επικοινωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί και οδηγούν στην τρομακτική απομόνωση όχι μόνο τα μέλη της οικογένειας αλλά και το στενό περιβάλλον τους, αποκλείοντας τις διεξόδους της φιλίας, του έρωτα και της δημιουργικότητας.

Η παράσταση
Το σκοτεινό αυτό έργο που εικονογραφεί το περιβάλλον και τις δράσεις των παιδιών του «i-pod» όπως χαρακτηρίζει τη γενιά αυτή, η συγγραφέας, ανεβαίνει και στην Αθήνα από την Καλλιτεχνική Εταιρεία «Αργώ» σε μετάφραση της Υακίνθης Παπαδοπούλου και σκηνοθεσία του Nίκου Χαραλάμπους.
Η Αιμιλία Υψηλάντη στο ρόλο της μητέρας, ενσαρκώνει με συνέπεια και μέτρο μια ηρωίδα βυθισμένη στις εξαρτήσεις της που ακροβατεί επικίνδυνα στην κόψη της αυτοκαταστροφής, θυμίζοντάς μας ανάλογες παρακμιακές ηρωίδες του Αμερικάνικου ρεπερτορίου στη δεκαετία του ‘70. Χωρίς ωστόσο να αναδεικνύονται εξ ίσου κι οι τραγικές αποχρώσεις αφού στην ερμηνεία της υπερτερεί ο ναρκισσισμός του χαρακτήρα καλύπτοντας τις λεπτότερες συναισθηματικές αποχρώσεις του.
Ο Γιάννης Ζαβραδινός ανταποκρίνεται επαρκώς στις απαιτήσεις του ρόλου του.
Ο Μιχάλης Καλαμπόκης ακολουθώντας μια ψυχολογική προσέγγιση, αποδίδει με ακρίβεια τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του ήρωα.
Τα νεότερα μέλη της διανομής (Βάσια Λακουμέντα, Βάλια Παπακωνσταντίνου και Φιλομήλα Χριστοφόρου) υποδύονται με πειστικότητα και δυναμισμό τους εξαγριωμένους εκπροσώπους της νέας γενιάς, υπερτονίζοντας τα βίαια στοιχεία των χαρακτήρων και αναδεικνύοντας τις αιχμηρές κόψεις των σχέσεων, χωρίς όμως να αποδίδουν με την ίδια ευκρίνεια τις βαθύτερες ψυχολογικές προεκτάσεις.
Στην παράσταση συμμετέχουν επίσης ο Απόστολος Κοντιζάς και η Γαλάτια Δρόσου.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους δεν αναδεικνύει τις εκρηκτικές δυναμικές του έργου. Εικονογραφεί τις αντιπαραθέσεις των ηρώων με συνέπεια και συγκινησιακό πλούτο αλλά χωρίς τους καταιγιστικούς ρυθμούς και τις εσωτερικές εντάσεις που υποβάλλει το κείμενο.
Εύστοχα ελλειπτικός και σχηματικός ο σκηνικός χώρος που διαμορφώνει ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, με τα στοιχειώδη αντικείμενα και τις συμβολικές προεκτάσεις τους να σχολιάζουν το status quo των προσώπων. Τα μοντέρνα κοστούμια υπογραμμίζουν την hard αισθητική με τις επιλογές της φόρμας και των χρωμάτων.
Οι έντονες εναλλαγές των φωτισμών του Νίκου Καβουκίδη επιχειρούν να διαφοροποιήσουν μέσω των φωτοσκιάσεων το περιστατικό κάθε σκηνικού επεισοδίου σ’ ένα έργο που δεν κατορθώνει να ξεφύγει από γνώριμες, τετριμμένες και προβλέψιμες καταστάσεις.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

«Ο Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο «Κάππα»


Συγγραφέας θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων και κινηματογραφικών σεναρίων, ο Ρόναλντ Χάργουντ, που γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής το 1934, σημειώνει διεθνή επιτυχία με τον αυτοβιογραφικό «Αμπιγιέρ» (1981).
Ο συγγραφέας εστιάζει στην ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση του Σερ, ενός τριτοκλασάτου πρωταγωνιστή που ηγείται γερασμένων μπουλουκιών και του Νόρμαν, του αφοσιωμένου αμπιγιέρ του. Ένας πιστός, υπάκουος και υπομονετικός βοηθός, που επί δεκαέξι συναπτά έτη τον ντύνει, τον μακιγιάρει, τον φροντίζει ανελλιπώς, γνωρίζει απταίστως τις συνήθειες, τα προτερήματα αλλά και τις ιδιοτροπίες του ενώ δεν παραλείπει να κατευνάζει όσο μπορεί, τις αγωνίες, τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Βαρύ καθήκον να έρχεται κανείς καθημερινά αντιμέτωπος με τη ματαιοδοξία του τύραννου Νάρκισσου, που κατοικοεδρεύει ούτως ή άλλως στο «εγώ» των ηθοποιών.
Το έργο διαδραματίζεται στη δίνη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, στο Λονδίνο, που βομβαρδίζεται διαρκώς και ανηλεώς. Λίγο πριν από την 227η παράσταση του «Βασιλιά Ληρ», ο Σερ καταρρέει ψυχολογικά και σωματικά. Βλέπει τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και κυριεύεται από τις ανασφάλειες του. Ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστεί, είναι ο αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν προσπαθεί απεγνωσμένα να τον εμψυχώσει και να του τονώσει την αυτοπεποίθηση, ώστε να μη ματαιωθεί η παράσταση.
Πράγματι, για άλλη μια φορά, ο Νόρμαν θ’ αποδείξει πόσο σημαντική θέση κατέχει στη ζωή του Σερ και πόσο κοντά του βρίσκεται στις χαρές αλλά και στις λύπες. Τα μόνα όμως, που θα λάβει ως αντάλλαγμα την ύστατη ώρα, είναι πικρία, προδοσία και απόρριψη. Η προκλητική στάση αχαριστίας του Σερ εκδηλώνεται μέσα από την παντελή απουσία του ονόματος του Νόρμαν στο ευχαριστήριο που συντάσσει ως πρόλογο στο βιβλίο του, ένα λεύκωμα όπου καταγράφει την πορεία μιας πολύχρονης καριέρας κατά τη διάρκεια της οποίας ο αμπιγιέρ στεκόταν διαρκώς στο πλευρό του, δωρίζοντας απλόχερα την αγάπη του και κρατώντας κρυφό μυστικό τον ερωτικό πόθο του.
Στην ελληνική σκηνή, το έργο ανέβηκε την θεατρική περίοδο 1989-1990, στο θέατρο «Αθήναιον», σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδου και σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ και Νικήτα Τσακίρογλου. Το 1993 παρουσιάζεται από το «Σατιρικό Θέατρο Κύπρου» σε σκηνοθεσία Αντώνη Φουστέρη και το 2000 από το «Μοντέρνο Θέατρο» του Γιώργου Μεσσάλα.
Η φετινή σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη επιλέγει την ακρίβεια μιας ρεαλιστικής φόρμουλας, αφήνοντας το κείμενο ν’ ακουστεί και να ενσαρκωθεί σύμφωνα με την αυτοδιαθεσιμότητα ενός λόγου περίπου καθημερινού με προεκτάσεις ελεγχόμενης μεγαλορρημοσύνης.
Η στρωτή και ρέουσα μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου δημιουργεί έναν θεατρικό λόγο που εναρμονίζει την δομή και το λεξιλόγιο. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν άνετα τόσο στην γλωσσική όσο και στην παραγλωσσική εκφορά των ρόλων, που καθίστανται κατ’ αυτόν τον τρόπο κατανοητοί από το κοινό.
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ξαφνιάζει ευχάριστα με την υποκριτική του δεινότητα στο ρόλο του Σερ, καταθέτοντας μια ερμηνεία αγωνιώδη και σπαρακτική. Ο Χρήστος Στέργιογλου συγκινεί ως αφοσιωμένος αμπιγιέρ παρόλο που προβάλλει σε πρώτο πλάνο τη σεξουαλική ταυτότητα του ήρωα διανθίζοντας το παίξιμό του με λεπτούς κωμικούς τόνους.
Η Υβόννη Μαλτέζου υποδύεται εξαίσια τη Λαίδη, σύντροφο του Σερ στη ζωή και στη σκηνή, με ιώβεια εγκαρτέρηση και ευαισθησία. Η κυρία Μαλτέζου ερμηνεύει εξελικτικά το χαρακτήρα ώστε ν’ αποδώσει φυσικά και αβίαστα τα ξεσπάσματα της συσσωρεμένης οργής και αγανάκτησης. Η Γιώτα Φέστα χειρίζεται επιδέξια το χαρακτήρα της Ματζ, αποφεύγοντας μια μονοδιάστατη ερμηνεία της γεροντοκόρης που δεν έπαξε ν’ αγαπά τον Σερ, αλλά που από περηφάνια κι εγωισμό δεν του το έδειξε ποτέ.
Η Ερατώ Πίσση αποδίδει με αισθαντική θηλυκότητα την Ιρένε, σύμβολο νεότητας και ζωντάνιας. Ο Φώτης Θωμαΐδης σχεδιάζει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα ως Τζέφρυ Θόρντον, υπάκουος και υπομονετικός μαθητής-ηθοποιός. Το ίδιο ισχύει και για το Δημήτρη Λιόλιο που υποδύεται τον φθονερό κύριο Όξενμπυ.
Στο σκηνικό χώρο που διαμορφώνει η Εύα Μανιδάκη συνυπάρχουν ισάξια το καμαρίνι του Σερ και η σκηνή του θεάτρου με την κλασσική κόκκινη αυλαία, με τρόπο ώστε να ρυθμίζονται, σύμφωνα με τις ανάγκες της πλοκής, οι διαχωριστικές γραμμές, που αναφέρονται στην εσωτερική διαρρύθμιση του φαντασιακού χώρου σε συνάρτηση με το εξωτερικό περιβάλλον.
Εύστοχα ο Παύλος Θανόπουλος σχεδιάζει τα θεατρικά κοστούμια με μια δόση υπερβολής, έντονα φανταχτερά χρώματα και χοντροκομμένη γραμμή, προκειμένου να σχολιάσει την αισθητική των παραστάσεων ενός δευτεροκλασάτου περιπλανώμενου θιάσου.
Ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, βάσει των οποίων διευθετείται η αποτύπωση των εικόνων και διευρύνεται το θεατρικό παιχνίδι του σκηνικού γεγονότος.
Άξια μνείας και η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, η οποία ντύνει την παράσταση με σημασιακές ακουστικές αποχρώσεις, απόλυτα εναρμονισμένες προς τις θεματικές των τεκταινομένων επί σκηνής.
Στο σύνολό της, μια παράσταση με ρυθμό, πλούσια σε περιστατικά και συνάμα ενδιαφέρουσα από απόψεως «στησίματος» του περιβάλλοντος και των ερμηνευτών.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

«Εσύ και τα σύννεφά σου» του Ερίκ Βεστφάλ στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα»


Στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα» παρουσιάζεται το έργο «Εσύ και τα σύννεφά σου» («Toi et tes nuages») του Γάλλου δραματουργού Ερίκ Βεστφάλ, σε μετάφραση Χαράς Μπακονικόλα και σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στο Μονπελιέ και το κείμενο του ανέβηκε για πρώτη φορά το 1971 στο θέατρο «Ατενέ» σε σκηνοθεσία Ρολάν Μονό. Έκτοτε, γνωρίζει επιτυχία με πολλές αναπαραγωγές στη Γαλλία και στο εξωτερικό.
Στην ελληνική σκηνή, το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά τη θεατρική περίοδο 1972-1973 από τη Νέα Σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Νίκου Ραφτόπουλου και με την Αλέκα Κατσέλη στο ρόλο της Αντέλ. Προτελευταίο ανέβασμα, η περσινή παραγωγή της πολιτιστικής εταιρείας «Move your art» στο θέατρο «Αργώ» σε μετάφραση-σκηνοθεσία Όλγας και Μαρίας Βαρδάκα.
Στην ιδιόρρυθμη αυτή κωμωδία του Ερίκ Βεστφάλ, το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό κι η αμέριστη αφοσίωση έρχεται σε ανέλπιδη αντιπαράθεση με την τρέλα. Δύο αδελφές, η Ερνεστίν κι η Αντέλα, δύο γυναίκες δυναμικές και ευφυείς αλλά απομονωμένες από τον κοινωνικό τους περίγυρο απολαμβάνουν η μία τη συντροφιά και την φροντίδα της άλλης.
Το μοτίβο των μοναχικών ανθρώπων που παγιδεύονται στον περίκλειστο κόσμο τους, το οποίο είχαμε συναντήσει και στα «Ορφανά» του Λάιλ Κέσλερ, την προηγούμενη παράσταση του Κοραή Δαμάτη, αλλά και σε πολλά άλλα έργα της ευρωπαϊκής δραματουργίας -αναφέρω σαν παράδειγμα το «Χορό του Θανάτου» του Στρίντμπεργκ- έχει μια ενδιαφέρουσα διάσταση, εκείνη της ψυχοπάθειας που ενεδρεύει στα βαθύτερα στρώματα της ψυχοσύνθεσης των ηρώων και αναζωπυρώνεται με την διαμεσολάβηση ενός τρίτου προσώπου, ενός απρόβλεπτου συνήθως εισβολέα, ο οποίος με την παρουσία του, ανάβει τη σπίθα ώστε να εκραγεί ο μηχανισμός που καταλύει τις άμυνες του προστατευμένου περιβάλλοντος.
Η Αντέλα διαφυλάσσει την αδελφή της από κάθε έκθεση στον έξω κόσμο που θα μπορούσε να αποκαλύψει την αρρώστια της και να την οδηγήσει σε ψυχιατρικό ίδρυμα και τα καταφέρνει ως τη στιγμή που ξεσπάει μια ακόμα κρίση της Ερνεστίνας. Σκοτώνει τότε τον πίθηκο-πειραματόζωο που κρατούν φυλακισμένο στο σπίτι για να ικανοποιείται η ψυχωτική της έλξη προς το ζώο, έλξη κληρονομημένη ως ένα βαθμό, από τον επιστήμονα πατέρα τους που έχει πεθάνει.
Ο προμηθευτής αρνείται να αντικαταστήσει τον πίθηκο και να δώσει έτσι τροφή στην παράνοια της γυναίκας, η οποία επιδεινώνεται μετά τον ξαφνικό θάνατό του προμηθευτή και την οριστική απώλεια της ελπίδας για την απόκτησή του πολυπόθητου ζώου. Και μια μέρα ένας πωλητής εισβάλλει στο σπίτι από το οποίο απουσιάζει η Αντέλα και βρίσκει την Ερνεστίνα μόνη. Τότε στο μυαλό της γυναίκας με την διαταραγμένη ψυχοπαθολογία, σχηματίζεται ένα σχέδιο. Να αντικαταστήσει τον πίθηκο με τον άνθρωπο. Και αποφασίζει να το θέσει σε εφαρμογή.
Τότε οι ισορροπίες θα διαταραχτούν ανεπανόρθωτα δίνοντας την ευκαιρία στον συγγραφέα να επιδοθεί σε μια θαυμάσια ανατομία των χαρακτήρων του απογυμνώνοντας τόσο την τρέλα όσο και την λογική των ηρωίδων του, απομυθοποιώντας μέσα από συνεχείς ανατροπές την αρρωστημένη προσήλωση της μίας αδελφής προς την άλλη και οδηγώντας τις τελικά στο πιο ακραίο και τρομακτικό σημείο της σχέσης τους, σε μια φονική αντιπαράθεση με ολέθριο αποτέλεσμα και για τις δύο.
Επιδέξιος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Βεστφάλ δημιουργεί το δραματουργικό εκείνο περιβάλλον στο οποίο η ανθρώπινη περιπέτεια εξελίσσεται σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας. Οι δύο γυναίκες δεν έχουν να καταθέσουν, στην αρένα της σύγκρουσής τους, μόνο την ψυχοπάθειά τους αλλά και την βαθύτερη και ουσιαστικότερη ρήξη τους που σχετίζεται με την βαθιά προοδευτική, επαναστατική στάση της Ερνεστίνας απέναντι στη ζωή και την περιφρόνησή της για τις κατεστημένες κοινωνικές αξίες σε αντιπαράθεση με τον συντηρητισμό, την στενοκεφαλιά και την θρησκειολαγνεία της Αντέλας. Επίσης διαχειρίζεται, όπως κι ο Ίψεν στους «Βρικόλακες», την γονιδιακή, κληρονομημένη διαταραχή η οποία καιροφυλακτεί κρυμμένη για να αφυπνιστεί με την ενηλικίωση και να υπονομεύσει την προσωπικότητα των ηρώων, αναλώνοντας την κοινωνικότητά τους κι αποδυναμώνοντας τα υγιή στοιχεία του χαρακτήρα τους.
Η μετάφραση της Χαράς Μπακονικόλα προσφέρει ένα λόγο αβίαστο που αναδεικνύει τις ιδιόρρυθμες λεκτικές πολυσημίες και το ανατρεπτικό χιούμορ του έργου, ενισχύοντας παράλληλα την ατμόσφαιρα θρίλερ και τα στοιχεία του παράλογου που ενεδρεύουν πίσω από τις κωμικές και δραματικές σεκάνς.
Ο Κοραής Δαμάτης, ο οποίος επιμελείται επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια, έστησε μια σφιχτοδεμένη παράσταση με γοργούς ρυθμούς και επιβλητικές ατμόσφαιρες που ενισχύει την εσωτερικότητα των διαλόγων και τις συναισθηματικές εναλλαγές των ηρωίδων.
Η Αντιγόνη Βαλάκου (Ερνεστίν) κι η Σμαράγδα Σμυρναίου (Αντέλ) ενσαρκώνουν τις δύο ηρωίδες με υποκριτική ευκρίνεια και θαυμαστή εσωτερικότητα ενώ ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος υποδύεται τον πλασιέ με χιούμορ και πειστικότητα.
Την διανομή συμπληρώνει ο Δημήτρης Μπικηρόπουλος ο οποίος πλάθει τον χαρακτήρα του Ζουμπρόβιτς, του προμηθευτή πιθήκων και οικογενειακού φίλου, με ευαισθησία και συνέπεια.
Την μουσική συνέθεσε ο Χρίστος Θεοδώρου ενώ τα τραγούδια ερμηνεύουν αισθαντικά η Χαρά Κεφαλά κι η Βικτωρία Ταγκούλη.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

«Αυτό θα το δούμε» του Tom Stoppard, από την ομάδα «90ο C», στο θέατρο «Βικτώρια»


Φανταστείτε μια παράσταση όπου τίποτα δεν είναι στην θέση του! Μπροστά στα μάτια σας βλέπετε δύο κριτικούς και ακούτε ολοζώντανο το διάλογό τους ενώ παρακολουθούν αυτή την παράσταση. Ήρωες που περιμένουν από στιγμή σε στιγμή να συμβεί το απόλυτα τρομακτικό αλλά εν τέλει το μόνο τρομακτικό είναι πως τίποτα λογικό δεν συμβαίνει. Και μια πλειάδα ηθοποιών που εξυπηρετεί με μαεστρία όλο αυτό το χάος προσφέροντάς μας μία από τις πιο έξυπνες σκηνικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Το έργο
Όλα ξεκινάνε όταν δύο κριτικοί αποφασίζουν να πάνε να δουν ένα θεατρικό θρίλερ και βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σκηνικό που σαφώς αντικατοπτρίζει την ατμόσφαιρα της γνωστής σε όλους μας «ποντικοπαγίδας» ή ανάλογων θρίλερ. Καταιγίδες, κεραυνοί, αποκλεισμός σ’ ένα στοιχειωμένο σπίτι, δολοφόνοι που επιτυχώς χτυπάνε χωρίς να αποκαλύπτονται, κατάσταση πανικού και αναπάντεχες ανατροπές. Άνθρωποι με λάμψη, οι παρατρεχάμενοί τους αλλά και απλοί υπηρέτες περιφέρονται μέσα σε πανικό, έτοιμοι να έρθουν αντιμέτωποι με έναν φρικτό δολοφόνο που βρίσκεται μάλλον ανάμεσά τους ή αν όχι, σε απόσταση αναπνοής από αυτούς.
Αν σας αρέσουν οι τεχνικές των Μόντυ Πάιθονς, θα απολαύσετε μικρές, φαρσικές σκηνές όπου το αστείο υπερβαίνει τον εαυτό του και καταλήγει να ξεσπάει στην κυριολεξία πάνω στους βράχους της λογικής, ανατρέποντας την σοβαροφάνεια της καθημερινότητάς μας, αποκαλύπτοντας τον παραλογισμό εκεί που συνήθως ενδημεί το φυσιολογικό και αποκλείοντας κάθε εισροή συμβολικού χαρακτήρα πίσω από γεγονότα, πράξεις και καταστάσεις που αρνούνται να κοσμηθούν με οποιοδήποτε βαθύτερο νόημα.
Με τίτλο «The Real Inspector Hound» (σε ελεύθερη απόδοση «Αυτό θα το δούμε»), το έργο αυτό χρησιμοποιεί τα υλικά και τα επιχειρήματα κάθε είδους προβληματισμού μόνο και μόνο για να εμπαίξει την σοβαροφάνεια και να τραβήξει στα άκρα τον παραλογισμό που εντρυφεί στα σκοτεινά μύχια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
Κάτω από το πρίσμα αυτό, η αναγωγή στο θεατρικό έργο «Η Νύχτα της Κυρίας Lucienne» του Αργεντινού καρτουνίστα Copi, προκύπτει αυθόρμητα καθώς η ατμόσφαιρα ενός τεχνητού τρόμου φωτίζει τις αφανείς ψυχώσεις και νευρώσεις των ηρώων, εναλλάσσει τις μορφές εξουσίας και παραβιάζει τους κώδικες επικοινωνίας για να κυριαρχήσει εν τέλει το φαρσικό στοιχείο και να θριαμβεύσει το χιούμορ με το οποίο ενίοτε η τέχνη αντιμετωπίζει επιτυχώς τον έσχατο τρόμο της ανυπαρξίας.
Το θρίλερ εξελίσσεται ακολουθώντας τους κανόνες της αστυνομικής δραματουργίας αλλά ανατρέπει ταυτόχρονα την λογική επιχειρηματολογία για να τοποθετήσει στην θέση της το απρόβλεπτο σπάραγμα που πηγάζει από την σάτιρα των ίδιων των κωδικών της.
Υπάρχουν πάντα βέβαια και οι δύο κριτικοί, σοβαροί, αυστηροί κι ατσάκιστοι, με πρόθεση να ασκήσουν την δική τους ανέμπνευστη εξουσία ενάντια στην ευφάνταστη καλλιτεχνική αναρχία, οι οποίοι αφού προβαίνουν στα προτυποποιημένα σχόλια τα ήδη εμπεδωμένα από την, ως τότε, επαγγελματική εμπειρία τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αστραπή του παράλογου και εξαναγκάζονται να παραδοθούν στην θεατρική δράση, να υπάρξουν πλέον ως πρόσωπα του δράματος κι όχι ως στυγνοί κριτές των δράσεων, εξ αποστάσεως.
Την θέση τους θα πάρουν κατ’ αντιστροφή, δύο ηθοποιοί οι οποίοι αρχίζουν μέσα από την νεοαποκτηθείσα τους ιδιότητα να μετατρέπονται σε άξιους συνεχιστές του έργου των προκατόχων τους. Αν και καλύτερα είναι να παραδοθεί κανείς σ’ αυτή τη φάρσα, άνευ όρων, δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω και την ευφυή μεθοδολογία που κρύβεται πίσω από το χάος και που σε ωθεί σε ενδιαφέροντες προβληματισμούς, όχι μόνο όσον αφορά το ποιος είναι ο δολοφόνος αλλά και για το πόσο εν δυνάμει δολοφόνος είναι ο καθένας μας.

Η παράσταση
Η παράσταση κινείται σε έντονους και καλοδουλεμένους ρυθμούς ενώ η ομάδα των «90ο C» έχει δουλέψει με σύστημα, μέθοδο και έμπνευση για να μας προσφέρει μια ευφυή και απολαυστική εμπειρία, μια ολοζώντανη χορογραφία με καλοχωνεμένα τα εφέ της και έγκυρο μουσικό σχολιασμό, αυστηρή οργάνωση και κυρίως ένα ξεκαρδιστικό αποτέλεσμα.
Οι πανικόβλητοι ήρωες της «παράστασης μέσα στην παράσταση», ερμηνεύονται με μαεστρία και χιούμορ, οι ηθοποιοί ακολουθούν την τεχνική των καρτούν, υπερβάλλοντας στις αντιδράσεις τους και εμπαίζοντας με τις τεχνικές τους την αληθοφάνεια για να προκαλέσουν αβίαστο γέλιο.
Η στιβαρή σκηνοθεσία είναι του Δημήτρη Κομνηνού, τα εμπνευσμένα σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη, η ευφάνταστη μουσική και τα visuals του Ανδρέα Τρούσσα, οι καλοστημένες χορογραφίες του Πάνου Μεταξόπουλου, οι επιβλητικοί φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, ενώ τα φωνητικά οφείλονται στους Βασιλική Ρόρρη, Νεκτάριο Γεωργιάδη, Βασίλη Αξιώτη και Αγνή. Στο video εμφανίζεται ο Κώστας Τερζάκης.
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Μαρίνα Βρόντη, Μελέτης Γεωργιάδης, Στέλιος Γούτης, Μαριάννα Λαμπίρη, Δημήτρης Ντάσκας, Μανώλης Σκιαδάς και Χαρά Τσιώλη.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

«Χορός Θανάτου» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ από την ομάδα «Υστερόγραφο» στο «Studio Μαυρομιχάλη»


Το έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ «Χορός Θανάτου» (1901) ανεβαίνει από την θεατρική ομάδα «Υστερόγραφο», στην μετάφραση που υπογράφει ο Μίνως Βολανάκης και σε σκηνοθεσία Γιώργου Γιανναράκου.
Σ’ ένα μοναχικό νησί του Σουηδικού αρχιπελάγους, ζουν απομονωμένοι από τον κοινωνικό τους περίγυρο ο λοχαγός Έντγκαρ κι η σύζυγός του Άλις η οποία έχει εγκαταλείψει το επάγγελμα της ηθοποιού και τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες της για να αφοσιωθεί στον γάμο της όπως τουλάχιστον η ίδια πιστεύει. Λίγο πριν γιορτάσουν την 25η επέτειο των γάμων τους, οι δύο σύζυγοι, έχουν ήδη συνειδητοποιήσει την εσωτερική διάλυση της σχέσης τους και επιδίδονται στην μοναδική διασκέδαση που τους έχει απομείνει: τις διαρκείς αντιπαραθέσεις και λεκτικούς διαξιφισμούς, αντλώντας ο ένας από τον άλλο επιχειρήματα και προκλήσεις.
Τα δύο από τα παιδιά της οικογένειας έχουν φύγει στην πόλη για σπουδές ενώ τα άλλα δύο έχουν πεθάνει. Το κατάλυμα που στεγάζει την συζυγική δυστυχία των ηρώων είναι ένας παλιός, υγρός και σκοτεινός πύργος που λειτουργούσε αρχικά σαν φυλακή. Η οικονομική δυσπραγία εντείνει το κλίμα έντασης κι απαρέσκειας καθώς τα χρέη συσσωρεύονται, οι απλήρωτες υπηρέτριες εγκαταλείπουν τα αφεντικά τους και τα κελάρια έχουν αδειάσει από τρόφιμα και ποτά.
Η άφιξη του παιδικού φίλου και εξαδέλφου της Άλις, του Κουρτ δημιουργεί την απαιτούμενη εκείνη ρωγμή μέσα από την οποία θα ξεπηδήσουν απωθημένα εχθρότητας, ερωτισμού, φθόνου και φόβου. Η διαστρεμμένη εξάρτηση του Ένγκαρτ από την γυναίκα του αλλά κι από τον Κουρτ θίγει την αλαζονική του ιδιοσυγκρασία, δημιουργώντας του εκδικητικό μένος.
Ο πληγωμένος εγωισμός και το ανεκπλήρωτο των προσδοκιών της Άλις μαζί με την ψυχωτική ιδιοσυστασία του χαρακτήρα της, την καθημερινή δυσπραγία, τα πρώτα σημάδια των γηρατειών και το πένθος για τις απανωτές απώλειες την οδηγούν στην απόφαση να εξοντώσει τον σύζυγό της αν βέβαια εκείνος δεν τα καταφέρει να πεθάνει από μόνος του.
Η αδυναμία του Κουρτ να επιβάλλει τις επιθυμίες του τον καθιστά έρμαιο και εν τέλει συνένοχο και των δύο συζύγων στα νοσηρά τους σχέδια. Η όξυνση των αντιθέσεων οδηγεί τους τρεις ήρωες από τα λόγια στις πράξεις και εν τέλει στην ψυχική συντριβή τους.
Ο Κουρτ παραδίδεται στις ερωτικές επιθυμίες της Άλις για να την δει να απογυμνώνεται από τον μανδύα του θύματος και να μεταμορφώνεται σε μια ανελέητη εκδικήτρια για τον άντρα της, ο οποίος αν και πάσχει από μία καρδιακή νόσο που τον οδηγεί σε σύντομο θάνατο, αρνείται να παραδοθεί και οργανώνει την δική του επίθεση προς τη γυναίκα του και τον φίλο του, η οποία θα αποδειχτεί ολέθρια και για τον ίδιο.
Ο χορός των αλλοτινών θριάμβων γίνεται τώρα μια δαιμονική ιεροτελεστία που τους παγιδεύει στον περίκλειστο κόσμο τους για να συντρίψει πρώτα τις αντιστάσεις και τις άμυνες τους και στη συνέχεια τα τελευταία απομεινάρια ευρωστίας της εύθραυστης σχέσης τους.
Ο Κουρτ αποχωρεί αηδιασμένος όταν αντιλαμβάνεται πως έχει γίνει το εργαλείο της αδίστακτης Άλις για να εξοντώσει τον σύζυγό της και το ζευγάρι μένει πάλι μόνο, αντιμέτωπο αυτή τη φορά όχι μόνο με την φρίκη της αναγκαστικής συνύπαρξης αλλά και με τις βασανιστικές ενοχές, την αμετάκλητη πλέον μοναξιά και τον επικείμενο θάνατο του άντρα.

Η παράσταση
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Γιανναράκος κινείται σε δυναμικούς, αυστηρά ελεγχόμενους ρυθμούς, οι οποίοι χαλαρώνουν λίγο προς το τέλος της πρώτης πράξης για να επανέλθουν δυναμικά στην δεύτερη πράξη όπου και εντείνεται η κρισιμότητα των δρώμενων.
Οι επιμέρους σκηνικές συνθέσεις διαπνέονται από χιούμορ και κυνισμό και εμβολίζονται με απρόβλεπτες ανατροπές. Λιτά σκηνογραφικά και σκηνοθετικά ευρήματα συνθέτουν το εφιαλτικό τοπίο στο οποίο οι τρεις ηθοποιοί κινούνται με νεύρο και δυναμισμό.
Επιπλέον, η σκηνογραφία γεφυρώνει επιτυχώς το κλασσικό έργο με το διαχρονικό πνεύμα της παράστασης. Οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Κώστα Μαντζώρου εντείνουν την σκοτεινή ατμόσφαιρα με ήχους μελετημένα σκληρούς, παράτονους και βίαιους.
Τα κοστούμια της Νίκης Πέρδικα ακολουθούν την μόδα της εποχής, σχολιάζοντας παράλληλα τις μεταπτώσεις, τις συναισθηματικές εξάρσεις αλλά και τον όψιμο ερωτισμό της Άλις. Οι φωτισμοί του Αντώνη Συμεωνάκη «παρακολουθούν» την δράση με συνέπεια και αποτελεσματικότητα.
Η Αγγελική Λεμονή πλάθει υποκριτικά μια Άλις νευρώδη, αισθησιακή και δαιμονική. Ο Κωνσταντίνος Χατζούδης αποδίδει στο ρόλο του λοχαγού την κρυμμένη νεύρωση και αποκαλύπτει με μαεστρία τις νευρωτικές εξάρσεις αλλά και τις εύθραυστες πτυχές του πολύμορφου χαρακτήρα του Έντγκαρ.
Ο Σπύρος Ζουπάνος, μάλλον νεαρός για τον ρόλο του Κουρτ, ο οποίος είναι συνομήλικος της Άλις κανονικά, επιτυγχάνει ωστόσο να διασώσει με την ερμηνεία του τις ισορροπίες και να κτίσει τον ευπαθή και υποτονικό χαρακτήρα του ήρωα που υποδύεται με επάρκεια και ευκρίνεια.
Η εξαιρετική και άφθαρτη στο χρόνο, μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη αναδεικνύει την οξύτητα των λεκτικών διαξιφισμών χωρίς να υπονομεύει την φυσικότητα του λόγου και την εύρυθμη ροή της παράστασης.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

«ΤΕΛΕΙΑ GR» των Παναγιώτη Μέντη, Θανάση Παπαγεωργίου και της θεατρικής ομάδας «Ex Animo» στο θέατρο «Στοά».


Ο Θανάσης Παπαγεωργίου έφερε φέτος στο θέατρο «Στοά» μια πνοή φρεσκάδας ανεβάζοντας μια παράσταση που αποδεικνύει με την ποιότητα και τη ζωντάνια της, ότι η σάτιρα της καθημερινότητάς μας δεν προσφέρει μόνο ένα εύπεπτο θέαμα επιθεωρησιακού τύπου αλλά ενίοτε και μια αξιόλογη δουλειά που εντυπωσιάζει με το μέτρο, το ήθος και το χιούμορ της.
Η παράσταση είναι σπονδυλωτή και αποτελείται από 80 δρώμενα που διαρρέουν το ένα μέσα στο άλλο, αντικατοπτρίζοντας την σύγχρονη πραγματικότητα στη χώρα μας μέσα από το πρίσμα του γέλιου αλλά και της συγκίνησης.
Στην πρώτη αστεία σεκάνς ένας ντροπαλός ηθοποιός παίζει το ρόλο του Σαιξπηρικού «Προλόγου» στην εκσυγχρονισμένη του εκδοχή, ενώ δύο προκλητικές, μαυροντυμένες δεσποινίδες μας υποδέχονται στην συνέχεια, δίνοντάς μας με αστείες χειρονομίες, σαν παρωδίες αεροσυνοδών, οδηγίες ώστε να εκκενώνουμε το θέατρο με ασφάλεια σε περίπτωση σεισμού, φωτιάς και άλλων φυσικών καταστροφών.
Ακολουθεί η ξεκαρδιστική σκηνή όπου ένας σύζυγος κι η συμβία του αποφασίζουν να κλείσουν στο γεροκομείο τη δύστροπη μητέρα του πρώτου, ενώ εκείνη αντιστέκεται σθεναρά. Μια χιουμοριστική πρώτη εικόνα των δρόμων της πόλης μας δίνεται με την επεισοδιακή κούρσα του ταξί το οποίο οδηγεί την κακότροπη και πεισματάρα αλλά πανέξυπνη γριά, στο ίδρυμα.
Σύντομα από τους δρόμους αυτούς θα κάνουν το πέρασμά τους όλοι οι τύποι κι οι χαρακτήρες που συνθέτουν την καθημερινότητά μας, αποκαλύπτοντάς τον βαθύτερο ψυχισμό τους και τις αόρατες πτυχές της δράσης τους.
Από τη σκηνή παρελαύνουν, οικογένειες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, ηλικιωμένοι άνθρωποι χαμένοι στην ομίχλη μιας πόλης που αν και γενέτειρά τους, δεν τους χωρά πια, πολιτικοί πρόσφυγες που προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο σε ένα κάθε άλλο παρά ευμενές περιβάλλον, οι εκπρόσωποι της νέας μας γενιάς χαμένοι στην παραζάλη της εφηβείας και βυθισμένοι στις τεχνολογικές εξαρτήσεις που καθορίζουν την επικοινωνία αλλά και την ενημέρωσή τους, απατεώνες και μπάτσοι σε διαρκή αντιπαράθεση, πολίτες εφησυχασμένοι, τρομοκρατημένοι αλλά και συχνά με ανεξέλεγκτη επιθετικότητα και σύμφυτες προκαταλήψεις, άστεγοι ζητιάνοι που ονειρεύονται μεγαλεία χωμένοι μέσα στα χαρτόκουτά τους, ένας ολόκληρος κόσμος με όνειρα, προσδοκίες, διαψεύσεις, εμμονές, φόβους και αγωνίες.
Η σκληρή πραγματικότητα που εξανδραποδίζει συνειδήσεις έρχεται σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη πλευρά της ζωής κι οι ήρωες άλλοτε κατατρύχονται από τις ανάγκες τους, άλλοτε παρωδούν τις ονειρώξεις τους κι άλλοτε ανακαλύπτουν απρόβλεπτους κώδικες επικοινωνίας για να δικαιώσουν την βαθύτερη και ευγενέστερη φύση τους.
Μια τοιχογραφία της κοινωνίας μας, χωρίς περιττούς διδακτισμούς, που αποκαλύπτει τους ισχυρούς συνδέσμους των ανθρώπων αλλά και τις φθορές των θεσμών, τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις αλλά και τη μαγεία των καθημερινών σχέσεων, τις αντιφάσεις και τις εκπτώσεις σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό, υπαρξιακό.
Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο και προσφέρει στον θεατή στιγμές ξεκαρδιστικές χωρίς ταυτόχρονα να υπονομεύεται η δραματικότητα στις σκηνές όπου οι εντάσεις κι αντιπαραθέσεις κορυφώνονται.
Και σ’ αυτή την παράσταση αλλά και σε άλλες που η στήλη έχει παρακολουθήσει φέτος, θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρήσει κανείς μια πιο βαθειά ενδοσκόπηση όσον αφορά τους εκπροσώπους της νέας γενιάς. Εμφανίζονται ως κλισέ, τυποποιημένοι, χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα, απόλυτα εγκλωβισμένοι στο διαδίκτυο, μονίμως με ένα κινητό στο χέρι, πλήρως ανίκανοι να εκφραστούν πέρα από βρισιές και τυποποιημένες εκφράσεις και με μια αβαθή επαναστατικότητα χωρίς διάρκεια. Δεν θίγεται ούτε με δραματικό, ούτε με κωμικό τρόπο, η δύσκολη θέση τους καθώς έρχονται αντιμέτωποι με φλέγοντα ζητήματα όπως η κατάρρευση των ιδεολογικών αξιών, η διάλυση του οικογενειακού προτύπου κι ο ευτελισμός της παιδείας που μαζί με τον πρώιμο ερωτισμό αποτελούν στην πραγματικότητα τους σκοπέλους του καθημερινού και εντονότατου προβληματισμού τους.
Οι ανθρώπινες σχέσεις εμφανίζονται στην παράσταση αυτή απρόβλεπτες και σε βάθος. Παρά την αίσθηση του στιγμιότυπου που δίνουν οι πολλές διαφορετικές δράσεις, οι χαρακτήρες αναδεικνύονται στις λεπτομέρειές τους χωρίς να συγχέονται οι ιδιαίτερες αποχρώσεις των εκφάνσεων τους ακόμα και μέσα από τις αντιφάσεις τους.

Η παράσταση
Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των διαφορετικών ρόλων τους χωρίς να καταφεύγουν σε σχηματικές ερμηνείες, ενσαρκώνοντας με χιούμορ, τρυφερότητα και πειστικότητα τους χαρακτήρες.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου πλάθει μια εξαιρετική γριά ενώ εμφανίζεται ακαταμάχητος και στο ρόλο του ζητιάνου σε ένα ξεκαρδιστικό και συγκινητικό ταυτόχρονα ντουέτο με τον επίσης πολύ καλό Παναγιώτη Μέντη.
Μέσα από την στιβαρή σκηνοθεσία του έμπειρου Παπαγεωργίου, οι Ex Animo (Παύλος Εμμανουηλίδης, Δημήτρης Ζωγραφάκης, Ρόζα Κυρίου, Ντίνα Λαδοπούλου και Ζήσης Ρούμπος) εναρμονίστηκαν με τους ηθοποιούς της Στοάς (Θανάσης Παπαγεωργίου, Εύα Καμινάρη, Παναγιώτης Μέντης, Νάντια Περιστεροπούλου, Ευδοκία Σουβατζή και Νίκη Χαντζίδου), επιτυγχάνοντας μια ενιαία υποκριτική γραμμή που αναδεικνύει τις αρετές των κειμένων.
Η εναλλαγή των σεκάνς γίνεται σε γοργούς, πειθαρχημένους ρυθμούς με την βοήθεια και των ευέλικτων και ευρηματικών σκηνικών της Λέας Κούση ενώ οι επί μέρους ατμόσφαιρες ενισχύονται από τους λειτουργικούς φωτισμούς.
Η παράσταση απευθύνεται τόσο στο φανατικό, θεατρόφιλο κοινό της Στοάς όσο και στους υπόλοιπους θεατές που αναζητούν στο θέατρο ψυχαγωγία καλής ποιότητας σε συνδυασμό με έναν επί της ουσίας προβληματισμό.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

«Να φυλάγεσαι από τα αισθήματα…»


«Ο πατέρας σου θέλει να γίνει μέρος της ζωής σου. Μετά από έντεκα χρόνια. Με ρώτησες γι’ αυτόν και σου είπα κάποια πράγματα, αλλά – όχι όλα. Είναι μουσικός, σου είπα. Έχει μεγάλη ζήτηση σου είπα. Έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια πότε εδώ πότε εκεί, σου είπα. Κι έτσι αποφάσισε – μονομερώς – μάθε αυτή τη λέξη, εγώ αναγκάστηκα να τη μάθω, σημαίνει ότι παίρνεις αποφάσεις χωρίς να συμβουλεύεσαι κανέναν άλλο – μονομερώς αποφάσισε ότι ήταν άδικο να σου προσφέρει έναν πατέρα που δε θα βρισκόταν ποτέ εκεί, κι έτσι – έφυγε μόλις έμαθε ότι θα γεννιόσουν. Αυτά σου είπα. Τον παρουσίασα κάπως σαν ήρωα. Με αυτοθυσία. Με ευγενικά αισθήματα. Η αλήθεια είναι – ήταν ένας δειλός που το ‘βαλε στα πόδια. Κι εγώ δεν μπόρεσα να βρω κανέναν άλλον»

(Απόσπασμα από το έργο)

Ο θεατρικός συγγραφέας Άρνολντ Γουέσκερ, που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1932, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα. Το πρώτο έργο του που παρουσιάστηκε στη χώρα μας ήταν «Τα πατατάκια», από το «Μοντέρνο Θέατρο», το 1973, στο θέατρο «Μινώα», σε μετάφραση Ελπίδας Μπραουδάκη και σκηνοθεσία Γιώργου Μεσσάλα.
Την περίοδο 1987-1988 παρουσιάστηκαν στο «Θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου», «Οι τέσσερις εποχές», σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδη και σκηνοθεσία Νίκου Περέλη. Το ίδιο έργο ανέβηκε το 2001, στον «Πίσω Χώρο» του θεάτρου «Κάτω απ’ τη γέφυρα» σε σκηνοθεσία Χρήστου Προσύλη. Η μετάφραση του κειμένου από την Κωστούλα Μητροπούλου κυκλοφορεί από τη θεατρική σειρά των εκδόσεων «Δωδώνη».
Η δραματουργία του παρουσιάζει τις αξίες της πολιτικής σοσιαλιστικής στράτευσης του εργατικού κινήματος, μέσω καθημερινών, ωμών και ρεαλιστικών καταστάσεων. Το θέμα της απώλειας των κινήτρων και της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του κινήματος σε συνδυασμό με τις ιστορίες της καθημερινής ζωής, επανέρχεται σε πολλά από τα δράματά του, που καταγγέλλουν την εκμετάλλευση και τη σωματική και ψυχολογική καταπίεση στην οποία υποβαλλόταν η εργατική τάξη στους διάφορους τόπους της κοινωνίας.
Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 προσπάθησε να ανανεώσει τη γραφή του παίρνοντας άλλους δρόμους που τον οδήγησαν στην ανάλυση των συναισθημάτων της φιλίας, της αγάπης, της οικογένειας, ενώ ειδικεύθηκε σε περιγραφές ζωηρών προσωπικοτήτων, συχνά περιλαμβανομένων στα μέτρα του μονόπρακτου.

Το έργο
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη στρωτή μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη και σε σκηνοθεσία Βασίλη Κυρίτση, ανεβαίνει το έργο του Άρνολντ Γουέσκερ, «Γράμμα στην κόρη μου» («Letter to a daughter», 1990).
Ο μονόλογος ανήκει σε έναν κύκλο θεατρικών έργων με τίτλο «Έργα για μια ηθοποιό» και αποτελεί μια ευφάνταστη, ανατρεπτική, συμβουλευτική και αυτοκριτική επιστολή, σε απολογητικό τόνο και εκμυστηρευτικό ύφος. Μέσα στον πανικό του καλλιτεχνικού οίστρου, μια επιτυχημένη τραγουδίστρια επιχειρεί να συντάξει μια επιστολή προς την κόρη της προκειμένου να της εκφράσει όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν ή ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να πουν οι δυο τους. Μόνη στο στούντιο, γράφει και σχίζει, καταθέτει και αναιρεί, φανερώνει και κρύβει, κρίνει και κρίνεται, επιδοκιμάζει και απορρίπτει. Και όλα αυτά πλημμυρισμένα στις νότες ενός χαμένου πενταγράμμου, ανάμεσα σε στίχους που σιγοψυθιρίζει στο σκοτάδι μιας ανελέητης μοναξιάς.
Σε μια λυρική καταγραφή προσωπικών βιωμάτων, συγκινητικά λιτή, αλλά πυκνών νοηματικών συνειρμών, η Μέλανι ξεδιπλώνει τις εσωτερικές της ανησυχίες, τις απωθημένες σκέψεις και τις ανεκδήλωτες φοβίες, ανοίγοντας ένα νοητό διάλογο με το παιδί της, αλλά κυρίως με τον ίδιο της τον εαυτό. Άλλωστε μήπως αυτή δεν θα είναι κι ο τελικός παραλήπτης του γράμματος;

Η παράσταση
Εύστοχα, η σκηνοθεσία, με τη χρήση του αυτόματου τηλεφωνητή, κάνει ορατή την «απουσία» του άνδρα-πατέρα, ως προσώπου πολλαπλών αναφορών του έργου, ενώ το παιχνίδι ρόλων δημιουργεί στον θεατή την αίσθηση αλλά και την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη ενός ψυχισμού.
Ο σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε η Λαλούλα Χρυσικοπούλου, λειτουργεί σαν προσωπικός χώρος εξομολογήσεων, αναμνήσεων και ονείρων ενώ τα κοστούμια διαθέτουν την απαστράπτουσα αισθητική μιας λαμπερής αρτίστας.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη διαμορφώνουν συγκινησιακό υπόβαθρο, φωτίζοντας την αθέατη όψη του σκηνικού λόγου.
Με επιδέξιες εκφραστικές εναλλαγές, στα χνάρια της γνώριμης υποκριτικής της υφολογίας, η Μάνια Παπαδημητρίου, στο ρόλο της Μέλανι, συνδυάζει την ευαισθησία, την ανασφάλεια αλλά και το ναρκισσισμό του καλλιτέχνη που επιχειρεί να ισορροπήσει στη ζωή του τις απαιτήσεις μιας καριέρας παράλληλα με τις υποχρεώσεις απέναντι στην οικογένεια.
Η έμπειρη ηθοποιός αποδίδει εν τέλει ολόκληρη την γκάμα χρωματισμών του θεατρικού χαρακτήρα και η παράσταση απογειώνεται με το τραγούδι που ερμηνεύει στο φινάλε.
Περιεκτικό και κατατοπιστικό, το ολιγοσέλιδο αλλά καλαίσθητο πρόγραμμα που επιμελήθηκε ο θεατρολόγος και υποψήφιος διδάκτωρ Παναγιώτης Μιχαλόπουλος.
Συνολικά, ένα απολαυστικό one-woman-show από μια προικισμένη και λαμπερή πρωταγωνίστρια που η στήλη συστήνει ανεπιφύλακτα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γράμμα στην κόρη μου» του Άρνολντ Γουέσκερ
Μετάφραση : Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία : Βασίλης Κυρίτσης
Σκηνικά – κοστούμια : Λαλούλα Χρυσικοπούλου
Μουσική : Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Στο ρόλο της Μέλανι, η Μάνια Παπαδημητρίου

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ – Β ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Τετάρτη – Κυριακή 21.00