Η «Βάσσα»
του Μαξίμ Γκόρκι αποτελεί καίρια
ανατομία της αποσύνθεσης της ρωσικής αστικής τάξης στο μεταίχμιο του
κοινωνικοπολιτικού μετασχηματισμού των αρχών του 20ου αιώνα. Η Λίλλυ Μελεμέ επιλέγει τον υπότιτλο «Μια μητέρα» για να μετατοπίσει το
κέντρο βάρους από την ταξική πάλη στην ενδοοικογενειακή – στα όρια του
κανιβαλισμού – βία. Ο αόριστος προσδιορισμός απογυμνώνει την ηρωίδα από κάθε
ίχνος μοναδικότητας. Ενώ το οριστικό άρθρο («η») θα παρέπεμπε σε αρχέτυπο ή
κάποια οικεία φιγούρα, το «μια» εισάγει την παγερή γενίκευση: Η Βάσσα δεν είναι
η μητέρα ως σύμβολο αγάπης. Το «μια» υποδηλώνει την αποξένωση: Είναι ένα
αναλώσιμο εξάρτημα του κεφαλαίου που «γεννά» διαδόχους – ιδιοκτήτες. Η
μητρότητα χάνει το ιερό της πρόσημο και καθίσταται τυχαίο δείγμα της αστικής
σήψης.
Έτσι, το δράμα μετατοπίζεται στο πεδίο του
ναρκισσισμού και του αρχέγονου ελέγχου. Η περιουσία γίνεται το αντικείμενο μιας
φετιχιστικής εμμονής. Για τη Βάσσα, το «έχειν» υποκαθιστά το «είναι», οδηγώντας
τους πάντες γύρω της σε πλήρη συναισθηματική νέκρωση. Η τραγωδία της έγκειται
στην πεποίθησή της ότι η ίδια θυσιάζεται για την οικογένεια, ενώ στην
πραγματικότητα εκείνη θυσιάζει τα παιδιά της στον βωμό της δικής της ανάγκης
για παντοδυναμία.
Η μετάφραση του Αλέξανδρου Σάβγκα (σε συνεργασία με τον θίασο) μεταφέρει στο σήμερα
τη δυναμική των συγκρούσεων μέσα από ευθύβολες γλωσσικές επιλογές. Η σκηνοθεσία
της Λίλλυς Μελεμέ κινεί τα πρόσωπα σε
εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και άχρονο περιβάλλον. Ένα «γραφειοκρατικό καθαρτήριο»
θα χαρακτήριζα τον σκηνικό χώρο του Πάρη
Λεόντιου, ο οποίος υπογράφει και τα καλαίσθητα κοστούμια. Η κυριαρχία των
σκοτεινών αποχρώσεων – υλική αποτύπωση της υπαρξιακής φθοράς – μετατρέπει το
ένδυμα σε πειθαρχικό εργαλείο επιβολής: μια ομοιόμορφη στολή, η οποία
ισοπεδώνει την ατομικότητα μετατρέποντας τους ήρωες σε ανώνυμα γρανάζια. Καίριοι
οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαρίας
Σαλταούρα.
Στον ρόλο της δεσποτικής μάνας, η Λίλλυ Μελεμέ ισορροπεί με δεξιοτεχνία
ανάμεσα στην παγερή πειθαρχία και την εσωτερική κατάρρευση. Ο Σίμος Στυλιανού (Πάβελ) ενσαρκώνει με
εκρηκτική ορμή τον συσσωρευμένο θυμό και το αίσθημα αδικίας. Ο Λεωνίδας Λεοντιάδης (Σεμιόν), ο Αλέξανδρος Σάβγκα (Πρόχορ) και ο Αλέξανδρος Σπυριδέλης (Μιχαήλ)
«χτίζουν» τους χαρακτήρες τους με καθαρές εκφραστικές γραμμές. Η Πολύμνια Αγγελάκη (Νατάλια), η Ξένια Κουτσουμπού (Άννα), η Αγαθή Κυριαζή (Λίπα), η Μελίνα Ποτουρίδου (Λιουντμίλα) και η Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα (Ντούνια)
προσφέρουν καλοδουλεμένες ερμηνείες.
Μια αξιόλογη παράσταση που «συνομιλεί»
ουσιαστικά με το «εδώ και τώρα»!





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου