Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

«Κυρίες και κύριοι, από δω για τα αέρια», παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Ταντέους Μπορόφσκι στο Θέατρο «Μοντέρνοι Καιροί»

 

   


  

     Πολωνός, μη εβραϊκής καταγωγής, κρατούμενος στο Άουσβιτς από το 1943, ο Ταντέους Μπορόφσκι, γνωρίζει την «Κόλαση» από μια θέση «προνομιακή» και τραυματική ταυτοχρόνως. Δεν ανήκει στους ανθρώπους που οδηγούνται στους θαλάμους αερίων αλλά στους επιστάτες εργασίας που παρακολουθούν την άφιξή τους. Το λογοτεχνικό του είδωλο, ο αφηγητής Τάντεκ, είναι θύμα του ναζισμού αλλά και γρανάζι της εξοντωτικής του μηχανής.

     Ο τίτλος του διηγήματος «Κυρίες και κύριοι, από δω για τα αέρια» (1946) ηχεί σαν ατάκα από έργο του θεάτρου του παραλόγου όπου το υποκείμενο-θύτης φοράει το προσωπείο ευγενικού ταξιθέτη/οικοδεσπότη. Η αστική προσφώνηση που μοιάζει να απευθύνεται σε πολίτη και όχι σε κατάδικο προς εκτέλεση, υπογραμμίζει τη φρικιαστική ειρωνεία και τον κυνισμό της ναζιστικής γραφειοκρατικής γλώσσας. Η υπόδειξη κατεύθυνσης («από δω») και ο τεχνικός, αποστειρωμένος, θα έλεγα, όρος «αέρια» επιχειρούν να εξαϋλώσουν το οργανωμένο έγκλημα.

     Το διήγημα απογυμνώνει τον ολοκληρωτισμό αναδεικνύοντάς τον ως την απόλυτη έκφραση κάθε συστήματος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε διαχειρίσιμη ύλη. Οι κραυγές μέσα στα ασφυκτικά βαγόνια, η λεηλασία των αποσκευών, η αρπαγή των τιμαλφών και η βίαιη απομάκρυνση μιας μητέρας από το παιδί της συνθέτουν το εφιαλτικό τοπίο.

     Η προσωπική εμπειρία του Μπορόφσκι εκθέτει τη συνενοχή, τον φόβο και την επιθετικότητα που γεννά η ιεραρχία του στρατοπέδου. Η βία διαχέεται ανάμεσα στους κρατούμενους καθώς οι αδύναμοι γίνονται στόχοι της οργής εκείνων που δεν μπορούν να στραφούν εναντίον των πραγματικών εξουσιαστών. Η ενοχή της επιβίωσης φαίνεται να οδήγησε τον λογοτέχνη στην αυτοχειρία με γκάζι το 1951.




     Πόσο μας αφορά σήμερα αυτή η αυτομυθοπλασία; Ο λογισμός μας τρέχει στη Λωρίδα της Γάζας. Οι αριθμοί των νεκρών αντιμετωπίζονται ως στατιστική αφαίρεση στα δελτία ειδήσεων και καταναλώνονται ως θέαμα στις οθόνες των κινητών μας. Η διεθνής κοινότητα, παρακολουθώντας τον γεωπολιτικό εγκλωβισμό εκατομμυρίων ανθρώπων, αναπαράγει τον ίδιο κυνισμό που περιγράφει ο Μπορόφσκι: τη μετατροπή της μαζικής σφαγής σε τεχνικό πρόβλημα ή αναγκαία διαχείριση ασφάλειας. Έτσι, ο άνθρωπος γίνεται παράπλευρη απώλεια μιας ευρύτερης πολιτικής σκοπιμότητας.

     Παρακολουθώντας την καταστροφή από την ασφάλεια των δυτικών μας σπιτιών, γινόμαστε οι σύγχρονοι παθητικοί συνένοχοι μιας αντίστοιχης αποβάθρας… Η ενοχή μας πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι η άνεση και η γεωπολιτική μας σταθερότητα τρέφονται συχνά από τον αφανισμού του Άλλου. Η μαρτυρία του Μπορόφσκι υπενθυμίζει ότι ο μεγαλύτερος θρίαμβος κάθε απάνθρωπου πολιτικού συστήματος είναι ο ηθικός θάνατος εκείνων που παρακολουθούν αμέτοχοι.

     Αξίζει να επαινέσουμε τη μεταφραστική συμβολή της ομάδας του Αντιφασιστικού Περιοδικού 0151, που εξέδωσε σε βιβλίο όλη τη συλλογή των διηγημάτων του Πολωνού καλλιτέχνη συμπεριλαμβάνοντας γλωσσάρι και εκτενής εισαγωγή για το έργο και την εποχή.




     Η δραματουργική επεξεργασία του Βασίλη Γεωργοσόπουλου και της Φάνιας Νταλιάνη δίνει στο κείμενο τη μορφή πολυφωνικού ποιήματος και ενσωματώνει τραγούδια στη γλώσσα Γίντις, ψαλμωδίες μνήμης, στίχους του Πολωνοεβραίου ποιητή Μορντεχάι Γκεμπίρντιγκ που απαγγέλλονται σαν «πυροβολισμοί» καθώς και το «Άσμα Ασμάτων» από τον κύκλο «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο τραγουδά ακαπέλα η ηθοποιός Κατερίνα Κοντογούρη σε ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή της παράστασης.

     Την άδεια από αντικείμενα σκηνή με το λευκό δάπεδο κατακλύζουν τα σώματα έξι ταλαντούχων ερμηνευτών που απογειώνουν την έννοια της ομαδικότητας. Σαν Χορός αρχαίας τραγωδίας, σαν ένα άδον σώμα σε ιεροτελεστία που προκρίνει το άχρονο και καταργεί το αυστηρό πλαίσιο του χώρου. Μια σειρά από χορογραφημένες μικροδράσεις εικονοποιούν τα επεισόδια της αφήγησης.

     Ομοιόμορφα ντυμένοι, κόκκινη μπλούζα, γκρι παντελόνι, γυμνό πέλμα, οι ηθοποιοί «επιστρέφουν» στην πρωτόγονη ρίζα του θεάτρου: τη σωματικότητα και τη δόνηση της φωνής. Καλαίσθητα τα κοστούμια δια χειρός Βάνιας Αλεξάντροβα. Το κόκκινο της ζωτικής ορμής και το γκρι της γήινης ύπαρξης συνδιαλέγονται γόνιμα για να φωτίσουν τις αντιφάσεις. Το μακιγιάζ (μαύρο-κόκκινο-άσπρο) σχηματίζει μάσκα στο πρόσωπο απογυμνώνοντας την ατομικότητα. Το γυμνό πέλμα συμβολίζει την άμεση σύνδεση με το κέντρο βάρους και την αλήθεια του υλικού κόσμου. Το συλλογικό τραύμα εγγράφεται στο κάθιδρο πάσχον σώμα, στις βαθιές ανάσες, στους λαρυγγισμούς, στις αυξομειώσεις της έντασης της φωνής!

     Η σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργοσόπουλου απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και την ιστορική απεικόνιση. Εστιάζει στη γεωμετρία των σωμάτων που αρνείται την παθητική αναπαράσταση της αφήγησης. Επιχειρεί να φωτίσει αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Σημαντική η συμβολή της μουσικής σύνθεσης του Ιάσονα Μαμωνά και των φωτισμών της Φάνιας Νταλιάνη.

     Ο Γιάννης Ανδριώτης, η Ειρήνη Αρβανίτη, ο Δημήτρης Καπαμάς, η Κατερίνα Κοντογούρη, ο Ιάσονας Μαμωνάς και η Σιλβάνα Σοντίνι κινούνται συγχρονισμένοι μέσα από πλούσιες εκφραστικές διακυμάνσεις και συν-δημιουργούν μια βιωματική επιτέλεση-σπουδή στο σωματικό θέατρο που δείχνει σεβασμό στις εμφανείς επιρροές-αναφορές της.