Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

«Αχαρνείς» του Αριστοφάνη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη


Οι «Αχαρνείς», τρίτη κατά σειρά, μετά τους «Δαιταλείς» και τους «Βαβυλωνίους», αλλά πρώτη σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, ανέβηκε στα Λήναια του 425 π.Χ. Ο εικοσάχρονος ποιητής παραδίδει ένα τολμηρό και ευρηματικό έργο εκφράζοντας τον ουτοπικό πόθο του για την ειρήνη και την κάθαρση της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Δικαιόπολις, απελπισμένος από την αδιέξοδη πολιτική του πολέμου, αποφασίζει και συνάπτει ατομική ειρήνη με τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Η πράξη του αυτή τον καθιστά αρχικά ύποπτο στους εχθρούς και εχθρό στους φίλους αλλά γρήγορα προσεταιρίζει τους Μενιδιάτες, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να παρουσιάζονται φιλέκδικοι και φιλοπόλεμοι. Η συμβολική εκπλήρωση της ουτοπίας και του πόθου επιτρέπει στον Αριστοφάνη να σηματοδοτήσει την απόσταση του ανέφικτου και του εφικτού, της ματαιότητας και της ελπίδας, της φαντασίας και της πραγματικότητας.
Σαν μουσική κωμωδία παρουσίασε το έργο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστές τον πληθωρικό Σταμάτη Κραουνάκη που υπογράφει φυσικά και την μουσική, τον παλαίμαχο Κώστα Βουτσά σε μεγάλα κέφια και τον Γρηγόρη Βαλτινό σε μια απ’ τις καλύτερες ερμηνείες του.
Το θέαμα, ένας συνδυασμός πολλών και διαφορετικών ερεθισμάτων αντλημένων από χώρους που δεν συναρμόζουν απαραίτητα, αποτελεί μια αποθέωση σκηνικής παράνοιας. Στοιχεία εμπνευσμένα από διαφημίσεις, μνήμες από το ιστορικό παρελθόν της χώρας μας, θραύσματα από ελληνικές ταινίες, συνθήματα που απηχούν τις σεξουαλικές μας συνήθειες και την απόκρυφη ανατομία μας ζευγαρωμένα με χιουμοριστικές αναφορές στην επικείμενη οικονομική κρίση δημιουργούν ένα μωσαϊκό δράσεων που εμβολίζουν το έργο και διευρύνουν τη σκηνοθετική γραμμή, αναδεικνύοντας διαρκώς το πλουραλιστικό ταπεραμέντο του Σταμάτη Κραουνάκη ο οποίος με αφορμή τον Αριστοφάνη άδειασε επί σκηνής τους ασκούς της έμπνευσής του, αποτυπώνοντας τη σφραγίδα του στην παράσταση.
Με αφετηρία και άξονα τον ρόλο του Δικαιόπολι, οι ήρωες της αριστοφανικής κωμωδίας ενεργοποιούν μηχανισμούς έκρηξης σε όλα τα επίπεδα υπονομεύοντας τους εαυτούς τους, τον πόλεμο, την ηθική, την φιλοπατρία, την εξουσία, τις δράσεις, την σκηνική ισορροπία, ακόμα και το ίδιο το έργο, με εργαλείο το ανατρεπτικό ενίοτε αυθάδες χιούμορ κι αποτέλεσμα, ένα αχαλίνωτο ξεφάντωμα.
Ο ήρωας που αποφασίζει να έρθει σε σύγκρουση με την φιλοπόλεμη τάση της εξουσίας όχι μόνο από αγάπη στην ειρήνη αλλά και για να εξασφαλίσει τις απολαύσεις του βίου του, ανακηρύσσει τον εαυτό του ηγέτη ενός μικρού, ηδονόχαρου βασιλείου ενώ αποτελεί στην παράσταση αυτή το alter ego του πρωταγωνιστή που τον ενσαρκώνει με αβίαστο πάθος και ακαταπόνητη έμπνευση αναδεικνύοντας σε τέτοιο βαθμό την ύπαρξή του ώστε να εξαφανίζει σχεδόν κάθε άλλη δυναμική.
Έτσι όταν απομακρύνει κανείς την ομίχλη των άφθονων ευρημάτων έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια την ανθρώπινη φύση σε ένα καθαρά αριστοφανικό πεδίο προβληματισμού και τα αποκεκαλυμμένα κίνητρα των αντιπάλων δυνάμεων προδίδουν την κοινή τους εγωπαθή φύση που επιδιώκει μία από τις πολλαπλές εκδοχές του προσωπικού κέρδους φθείροντας ανεπανόρθωτα τη συλλογικότητα και προκαλώντας έτσι τον επόμενο πόλεμο.
Στην αιχμή πολέμου και γιορτής κινείται άλλωστε η παράσταση ώστε εμπαίζοντας την τραγική συγκυρία μέσα από το κωμικό εύρημα, να την αποδυναμώσει. Και ιδανικά ο κύριος Κραουνάκης ως ένας σύγχρονος Δικαιόπολις επέβαλλε στο έργο και την παράσταση το δικό του επείγον ζητούμενο. Την αδιάλειπτη προβολή του.
Έξοχος στο ρόλο του Μεγαρίτη ο Κώστας Βουτσάς αναδεικνύει το σκοτεινό πρόσωπο της λαϊκότητας, ξεπουλώντας έμψυχα και άψυχα στο βωμό του κέρδους και φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με την δική μας ευθύνη απέναντι στο ξέσπασμα της όχι μόνο οικονομικής αλλά και κοινωνικής κρίσης.
Ο εξαιρετικός Λάμαχος του Γρηγόρη Βαλτινού ανέδειξε πτυχές του ρόλου ανεκμετάλλευτες όπως την αναγκαιότητα της ύπαρξής του και την συμβολική διάσταση της φιλοπόλεμης φύσης του.
Δεν κατάλαβα γιατί ο Ευριπίδης του Γιάννη Σιαμσιάρη παραπέμπει στη γνωστή τραγουδίστρια Μαρινέλλα. Πάντως η συνολική του εμφάνιση προκαλεί άφθονο γέλιο.
Στην αισθητική περιπλανώμενου θιάσου παραπέμπει το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, τα κοστούμια επιμελείται η Έρση Δρίνη, τις ζωηρές χορογραφίες ο Φωκάς Ευαγγελινός και τους καλοσχεδιασμένους φωτισμούς υπογράφει η Ελευθερία Ντεκώ.
Ο χορός (Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Θεοδώρα Βουτσά, Νίκος Καπέλιος, Θανάσης Καραθανάσης, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Κοντός, Νίκος Μαγδαληνός, Χρήστος Μουστάκας, Πάολα Μυλωνά, Τατιάνα Μύρκου, Χρήστος Νίνης, Χρίστος Νταρακτσής, Νίκος Ορτετζάτος, Βασίλης Παπαγεωργίου, Γιάννης Σιαμσιάρης, Μιχάλης Σιώνας, Πολυξένη Σπυροπούλου, Εύα Σωφρονίδου, Νίκος Τουρνάκης, Αλέξανδρος Τσακίρης, Γιάννης Χαρίσης, Κωνσταντίνος Χατζησάββας, Παρθένα Χοροζίδου) συνεισφέρει δυναμικά στο εκρηκτικό πνεύμα της παράστασης που καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.
Ενδιαφέρον το πρόγραμμα της παραστάσεις με κείμενα στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών. Στο σκηνοθετικό σημείωμα του Σωτήρη Χατζάκη διαβάζουμε μεταξύ άλλων : «Μια αίσθηση μετεωρισμού απομένει στο μεθεόρτιο τοπίο, ένα κοινό αίσθημα θολό και ζαλισμένο, όπως το παιδί του τέλους, με το μικρό βεγγαλικό του παγωτού και το πλαστικό σημαιάκι στα αμήχανα χέρια του. Και πάνω ψηλά στα πλακάτ της παράβασης ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λαμπράκης, με το ανεξίτηλο σήμα της ειρήνης. Φωτεινά μετέωρα, κεράκια εφημερίας, που κρατούν αναμμένο τον πολυέλαιο του Έθνους. Λίγο πιο κάτω στα χώματα, συμπλεκόμενοι και διαπλεκόμενοι τραγικοί zanni μιας real politik, Βουλευτάκια της φακής, διαχειριστές της μπίζνας, του μεγάλου χρέους, Ελλάδα, Duty Free, αποικία».

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

«Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν σε συμπαραγωγή με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου



Συνεχίζοντας για τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα την αριστοφανική περιπλάνηση στη σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή, σειρά έχει το Θέατρο Τέχνης που παρουσιάζει σε συνεργασία με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου, τον «Πλούτο», το τελευταίο απ’ τα σωζόμενα έργα του μεγάλου κωμωδιογράφου, γραμμένο το 338 π.Χ. Με την οικονομική βέβαια κρίση που διανύουμε στις μέρες μας και τα σκληρά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, μάλλον για φτώχεια και ανεργία πρέπει να κάνουμε λόγο. Έτσι ο τίτλος της παράστασης, θέλοντας να σχολιάσει την επίκαιρη κατάσταση στη χώρα έγινε «Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» παραπέμποντας σ’ ένα κρίσιμο παιχνίδι αναμέτρησης, την ώρα που ανακοινώνεται το τελικό αποτέλεσμα.
Άλλωστε σαν ένα παιχνίδι βλέπει και η σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου την ιστορία του τυφλού Πλούτου που βρίσκει το φως του για ν’ ακολουθεί πιστά μόνο τους δίκαιους και ενάρετους ανθρώπους. Ένα ομαδικό παιχνίδι που στήνουν θεατρίνοι του δρόμου. Ένα διδακτικό παραμύθι που θέλει να μας αφηγηθεί μια παρέα παιδιών. Από το ρυθμικό τραγούδι της έναρξης «Ποιο έργο να διαλέξουμε;» σε στίχους Μαριαννίνας Κριεζή και μουσική Χρήστου Λεοντή, (τραγούδι από την παράσταση του «Πλούτου» το 1994 σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Μίμη Κουγιουμτζή) η σκηνοθεσία του κυρίου Χρονόπουλου δίνει το στίγμα της παράστασης.
Οι ασπρόμαυροι κύβοι του σκηνικού του Πάρη Μέξη, ένας σωρός από καταναλωτικά αγαθά που σχηματίζει πυραμίδα, παραπέμπουν μαζί με τα υπερβολικά πολύχρωμα κοστούμια στην αισθητική του παιδικού θεάτρου.
Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, στην κορυφή του λόφου θα εγκατασταθεί η σικάτα ντυμένη Πενία της Κάτιας Γέρου και θα εποπτεύει σε όλη τη διάρκεια του έργου όσα γίνονται και λέγονται σχολιάζοντας αιχμηρά. Σαν τον δικαστή που στέκεται στα υψηλά έδρανα και ανακρίνει τους μάρτυρες. Μια τέτοια εικόνα ήρθε στο νου μου και ενισχύθηκε από τη χρήση μικροφώνων στον αγώνα λόγων Πενίας-Χρεμύλου.
Αν εξαιρέσουμε την όψη της καθισμένης στην κορυφή του λόφου Πενίας που κρατά ανοιχτή μια ομπρέλα, θεωρώ ότι δεν θα βρούμε άλλα κοινά στοιχεία με την Ουίνι από τις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ όπως διάβασα σε κριτικά σημειώματα. Η ηρωίδα του Ιρλανδού δραματουργού μιλώντας μια γλώσσα καθημερινή, ελλειπτική και παραληρηματική, αγγίζει το μεταφυσικό ερώτημα αν ο άνθρωπος έχει προορισμό ή βρίσκεται τυχαία ριγμένος σ’ ένα σύμπαν ακατανόητο.
Η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη αναδεικνύει την ποιητικότητα του λόγου του Αριστοφάνη, που σ’ αυτή την κωμωδία έχει ελαττώσει αισθητά τη βωμολοχία. Ο κύριος Βαρβέρης δίνει έμφαση στη ρίμα, στο ρυθμό και στο εύηχο άκουσμα, ενώ δε λείπουν οι γνωστές εμμονικές σφήνες αγγλικών και γαλλικών φράσεων, που συναντάμε συχνά και στις θεατρικές κριτικές του.
Η χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου ευθυγραμμίζεται με τις προθέσεις της σκηνοθεσίας και εκτελείται με δύναμη και ενάργεια από τους ηθοποιούς. Σύμμαχοι στη χαρά και τη μαγεία του παιχνιδιού οι ζωηροί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και οι εξαίσιες μελωδίες του Χρήστου Λεοντή. Η διδασκαλία των τραγουδιών έγινε από τη Μαρίνα Χρονοπούλου.
Η Πενία της Κάτιας Γέρου δεν αποδίδεται με σχηματικούς όρους και δεν καταφεύγει στην εικονογράφηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η κυρία Γέρου δίνει έμφαση στην «καθαρή» εκφώνηση του καταχωρημένου ποσού λόγου και υπογραμμίζει με τις εκφραστικές εναλλαγές της, τη σημασία του.
Η Μάνια Παπαδημητρίου υποδύεται τον Καρίωνα, τον τετραπέρατο δούλο του Χρεμύλου. Η κυρία Παπαδημητρίου μεταμορφώνεται κυριολεκτικά και πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα να φανερώνουν διαρκώς νέες δυνατότητες.
Στη γνώριμη υποκριτική του υφολογία, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς αναμετριέται ξανά επιτυχώς με το ρόλο του Χρεμύλου.
Ως Βλεψίδημος, ο Κώστας Βελέντζας ανταποκρίνεται επαρκώς ενώ ως Ιερέας διανθίζει με περισσότερα κωμικά ευρήματα το ρόλο του.
Απολαυστικά αστεία φιγούρα ο Δίκαιος του Κώστα Καπελώνη. Ο Λευτέρης Λουκαδής στο ρόλο του Συκοφάντη, φτιάχνει τον τύπο του βαρύ και ασήκωτου μάγκα εμπλουτίζοντας τον με πολλά στοιχεία.
Εύστοχα κάποιες ερμηνείες στρέφονται στο σχήμα, στους γρήγορους ρυθμούς, στην υπερβολή ή και στην αισθητική που παράγει το καρτούν. Χάρμα η γλωσσού γυναίκα της Αναστασίας Γεωργοπούλου. Ξεκαρδιστικά αστεία η σεξομανής γριά του Βασίλη Λέμπερου.
Η φιγούρα του Νέου που υποδύεται ο Αλέξανδρος Πέρρος παίζοντας σαξόφωνο, ξεπροβάλλει με τον αέρα ενός διάσημου σταρ. Ο κύριος Πέρρος διακωμωδεί στο έπακρον τη συμπεριφορά του τεκνού που ξεφραγκιάζει στην κυριολεξία την ελαφρόμυαλη γεροντοκόρη.
Ο Θοδωρής Αντωνιάδης στο ρόλο του Ερμή, σατιρίζει τον ήρωα που υποδύεται σημειώνοντας μια πολύ επιτυχημένη εμφάνιση.
Στο χορό λαμβάνουν μέρος επίσης οι νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί : Ηλεάννα Μπάλλα, Μαρία Κόμη-Παπαγιαννάκη, Πανάγος Ιωακείμ, Βένια Σταματιάδη, Νίκος-Ορέστης Χανιωτάκης, Ορφέας Χατζηδημητρίου, Θάλεια Γρίβα, Πάρις Θωμόπουλος και Γεράσιμος Σκαφίδας.
Άφησα τελευταίο τον πρωταγωνιστή. Ο Πλούτος του Δημήτρη Λιγνάδη έχει την αθωότητα του παιδιού που χάθηκε στο πάρκο. Στο «πειραγμένο» φινάλε, η Πενία μέσα από το μονόλογο της, κατορθώνει να γύρει τη ζυγαριά προς το μέρος της και το ανυπόμονο κοινό του ανοιχτού θεάτρου του Αττικού Άλσους, που παρακολούθησα την παράσταση, ξεσπά σε επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Με υπαινικτική χειρονομία ο κύριος Λιγνάδης, ως γιατρεμένος πλέον Πλούτος, διακόπτει την αυθόρμητη εκδήλωση του κοινού, ξαναφορά τα γυαλιά του τυφλού και αρχίζει πάλι το γνώριμο περπάτημα του ανάπηρου…….

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

«Ιππείς» του Αριστοφάνη από τη «Θεατρική Διαδρομή» σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη


«Α΄ Υπάλληλος: Αν θες να κυβερνήσεις τις μάζες, ούτε μόρφωση χρειάζεται, ούτε τιμιότητα. Φτάνει να ‘σαι αγράμματος τελείως και λέρα. Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Μη μουντζώσεις την καλή σου τύχη, μην προσβάλλεις το Θεό

(Απόσπασμα του έργου)

Εύστοχα η «Θεατρική Διαδρομή» εντάσσει πάλι στο ρεπερτόριο της, τους «Ιππείς» του Αριστοφάνη, εννέα χρόνια μετά την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο αείμνηστος Κώστας Μπάκας.
Στη γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τις σκληρές επιταγές της Ευρώπης, τον Όλι Ρεν, την τρόικα, την επερχόμενη οικονομική κρίση και τη δυσαρέσκεια του λαού από τα σκάνδαλα των κυβερνήσεων, τη διαπλοκή, τις μίζες, τη Ζίμενς, το Βατοπέδι και το παραδικαστικό κύκλωμα, ο αιχμηρός σατιρικός λόγος του Αριστοφάνη βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Πρόκειται για τη μαχητικότερη σάτιρα του μεγάλου κωμωδιογράφου που στρέφει τα βέλη της ενάντια στη φιλοπόλεμη πολιτική, στο λαοπλάνο και αδίστακτο ηγέτη, στα μικροκομματικά συμφέροντα, στην κατάρα του δικομματισμού, στη δημαγωγία που τρέφει το λαϊκισμό, στην ακατάσχετη ρουσφετολογία, στις υποσχέσεις και τις κολακείες που εξαπατούν τους πολίτες αλλά και στην αφέλεια που διακρίνει συχνά την κοινή γνώμη.
Το έργο είναι ένας διαρκής αγώνας μεταξύ του φαύλου Παφλαγόνα και του φαυλότερου Αλλαντοπώλη προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Σε αυτή την αναμέτρηση, δηλαδή στο ποιος λέει τα περισσότερα ψέματα, τις πιο φριχτές αναίδειες, ποιος κάνει τις πιο ανόσιες επιορκίες, τις μεγαλύτερες κλεψιές και κατέχει τα περισσότερα ελαττώματα, νικητής στέφεται ο Αλλαντοπώλης. Η νίκη αυτή προβάλλει ανυπαρξία διεξόδου, απελπισία και οργισμένο παραλογισμό και καθώς φαίνεται για να σταματήσει και να αλλάξει η πορεία του αλληλοδιασυρμού, πρέπει οι συμφορές να προχωρήσουν μέχρι εκεί που δεν έχει δρόμο παραπέρα…
Η κωμωδία του 424 π.Χ. αν και αναφέρεται σε πρόσωπα και καταστάσεις του Πελοποννησιακού πολέμου, στους πολιτικούς στρατηγούς Δημοσθένη και Νικία καθώς και στο δημαγωγό Κλέωνα, κατορθώνει μέσα από το πρόσκαιρο να συλλάβει το παντοτινό και γι’ αυτό μας αφορά σήμερα.
Στο κατάμεστο ανοιχτό θέατρο του Αττικού Άλσους, στο οποίο παρακολούθησα την παράσταση που σκηνοθέτησε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Αγρινίου Βασίλης Νικολαΐδης, το αθηναϊκό κοινό αναγνώρισε στους αριστοφανικούς χαρακτήρες, πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης πολιτικής σκηνής. Με έμμεσους υπαινιγμούς αλλά και ευθύβολη κριτική, πρόσθετες σατιρικές φραστικές παρεμβάσεις, η σκηνοθεσία μοιάζει να βρίσκει το μέτρο και κατορθώνει να διατηρήσει την αυθεντική δομή της κωμωδίας σχολιάζοντας παράλληλα την τρέχουσα επικαιρότητα.
Λειτουργικό και με σαφείς αναφορές το σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ. Το μπαλκόνι, οικείος χώρος εκφωνήσεως μεγαλόσχημων πολιτικών λόγων που βρίθουν απατηλών υποσχέσεων και το κρεβάτι του γέρου Δήμου, συνυποδήλωση μαζι με το νυχτικό, του εφησυχασμού και της αποκοιμισμένης συνείδησης. Ο χαρακτήρας του επιρρεπή στην κολακία Δήμου, που ενδίδει εύκολα στη δωροδοκία, σκιαγραφείται με μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκηνή όπου τα μέλη του χορού τραβούν με σχοινιά το κρεβάτι μετατοπίζοντάς το απ’ τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη.
Τα κοστούμια του κυρίου Μετζικώφ φέρουν χαρακτηριστικά στοιχεία των ιδιοτήτων των προσώπων της αναφοράς ενώ εκείνα του χορού διακρίνονται για την αισθητική τους κομψότητα. Ο Δήμος στην τελευταία σκηνή, αποχωρίζεται το λευκό νυχτικό του και βάζει τα καλά του, φουστανέλα και τσαρούχια! Σημείωση της ελληνικότητας.
Βρήκα ενδιαφέρουσα την επένδυση του μέλους και της όρχησης με λαϊκά και παραδοσιακά κομμάτια. Η μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη επιτυγχάνει να επικοινωνήσει το μήνυμα του λόγου. Πιστεύω ότι η ταλαντούχα δημιουργός θα αφομοιώσει στο μέλλον ακούσματα και ιδέες και θα διαμορφώσει το προσωπικό, αναγνωρίσιμο ύφος της.
Δυναμικές και με άποψη οι χορογραφίες του Χρήστου Παπαδόπουλου. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου παρακολουθούν την εξέλιξη των επεισοδίων παγώνοντας την λεπτομέρεια.
Ως Αλλαντοπώλης, ο κωμικός ηθοποιός Παύλος Χαϊκάλης διαχειρίζεται υποδειγματικά τα εκφραστικά του μέσα. Με την παραμικρή διάσπαση των μυών, με τον ελάχιστο μορφασμό του προσώπου, έχει ήδη εκφράσει αυτό που στη συνέχεια θα διατυπώσει με το λόγο. Ο κύριος Χαϊκάλης παίζει στην κυριολεξία με τη σημαίνουσα σιωπή, τη γκριμάτσα της απορίας, τη χειρονομία της απειλής και το αναπάντεχο ξέσπασμα του λόγου. Χαρακτηριστική και η απομίμηση φωνών πολιτικών ηγετών από την πρόσφατη ιστορία του τόπου.
Μαζί με τον έμπειρο αριστοφανικά Γιώργο Αρμένη «λύνουν και δένουν», ειδικά σε ξεκαρδιστικές σκηνές ανθολογίας όπως αυτή που παραπέμπει στις πολεμικές τέχνες της Ανατολής. Ο κύριος Αρμένης, στο ρόλο του Παφλαγόνα, αντλεί στοιχεία από την πλούσια παράδοση του λαϊκού μας θεάτρου και καταθέτει μια πολύπτυχη ερμηνεία.
Ως Δήμος, ο Γιάννης Κοτσαρίνης πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα. Ο Σαμψών Φύτρος και ο Θύμιος Κούκιος υποδύονται πειστικά τους δύο υπαλλήλους του Δήμου. Ο Μανώλης Θεοδωράκης «γράφει» με την εμφάνισή του ως βουβή αλλά χορευτική Ειρήνη.
Τον σωματικά ασκημένο και άρτια συγχρονισμένο χορό αποτελούν νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί. Κορυφαίοι: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Αλμπέρτο Φάις, Θωμάς Γκαγκάς, Δημήτρης Μόσχος, Πρόδρομος Τοσουνίδης. Μέλη: Φοίβος Δουδωνής, Μανώλης Θεοδωράκης, Χρήστος Καρνάκης, Κωνσταντίνος Μυλώνης, Δημήτρης Παπαδάτος, Σάββας Μπαλτζής, Ορέστης Καρύδας, Κωνσταντίνος-Κάρολος Αρμένης.
Στο δίγλωσσο πρόγραμμα της παράστασης (βασικά κείμενα υπάρχουν και στην αγγλική γλώσσα) θα διαβάσετε στο ακέραιο τη μετάφραση του Κ.Χ.Μύρη, τη θεατρολογική ανάλυση του Τάσου Λιγνάδη, αποσπάσματα των βιβλίων του K.J.Dover και του Αλέξη Σολωμού ενώ αν το ξεφυλλίσετε γρήγορα θα δείτε κάτω δεξιά τις φιγούρες του Παφλαγόνα και του Αλλαντοπώλη να κινούνται σαν καρτούν!

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα


Φυσικά και δεν περίμενα μια συμβατική, προβλέψιμη και διεκπεραιωτική σκηνοθετική ανάγνωση απ’ τον Γιάννη Κακλέα ακόμα και σ’ ένα κλασικό κείμενο όπως η αριστοφανική «Λυσιστράτη».
Ήδη από τα πρώτα λεπτά της παράστασης μας επιφυλάσσει την πρώτη έκπληξη μ’ ένα διαδραστικό εύρημα που μοιάζει με φάρσα. Ανάμεσα στις κερκίδες των θεατών, ένα νεαρό ζευγάρι (Γιώργος Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) διαπληκτίζεται θορυβωδώς και βίαια σε βαθμό που προκαλεί την οργή και την αντίδραση του κοινού, το οποίο θα αντιληφθεί ότι ο καυγάς αποτελεί μέρος της παράστασης μόνο όταν οι δύο ηθοποιοί ανέβουν στη σκηνή. Το εύρημα δεν είναι πρωτότυπο, ο τρόπος όμως εκτέλεσης του απόλυτα πειστικός. Στην παράσταση που παρακολούθησα, στο ανοιχτό θέατρο του Αττικού Άλσους, το σκηνικό που εκτυλίχθηκε με τις φωνές των θεατών και τη θεαματική παρέμβαση του καλλιτεχνικού διευθυντή Κόμη Δευκαλίωνα, δεν περιγράφεται!
Εμβόλιμες σκηνές καυγά θα διακόπτουν κατά διαστήματα τη ροή του έργου για να καταλήξουν στο τέλος σε συμφιλίωση του ζευγαριού. Ένα άλλο «κείμενο» μίας σύγχρονης πραγματικότητας γύρω από την κρίση των σχέσεων, συνομιλεί με την αντιπολεμική ιστορία της Λυσιστράτης γραμμένη το 411 π.Χ, της ηρωίδας που προτείνει στις γυναίκες ερωτική αποχή ώστε ν’ αναγκαστούν οι άνδρες να συνάψουν ειρήνη.
Η σκηνοθεσία αποφασίζει να ρίξει το βάρος στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην αιώνια διαμάχη των δύο φύλων που διαρκώς προσπαθούν να επιβληθεί το ένα στο άλλο αλλά κυρίως εξετάζει την εσωτερική αναζήτηση της ταυτότητας μέσα από την αρσενική και θηλυκή πλευρά του ατόμου. Στέκεται κριτικά στις στερεοτυπικές ανδρικές συμπεριφορές και αντιλήψεις όπως στη σκηνή με το ραδιόφωνο, αναφέρεται στις σύνηθες γυναικείες, υποτακτικές συχνά, αντιδράσεις ενώ εστιάζει στα αισθήματα κενού και ανεπάρκειας που βιώνουν και τα δύο φύλα. Χωρίς τάσεις διδακτισμού αλλά με παιγνιώδη διάθεση κάνει λόγο για το χάσμα επικοινωνίας, τον εγωισμό, την έλλειψη αλληλοκατανόησης, τη μοναξιά και υπογραμμίζει τη νοσταλγία της ενότητας, την αέναη αναζήτηση του έτερου ήμισυ που οδηγεί στην ολοκλήρωση και στην ευτυχία.
Μαζί με την «πειραγμένη» μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, ακούγονται αποσπάσματα απ’ το «Συμπόσιο ή Περί έρωτος» του Πλάτωνα, πατρολογικές ρήσεις, στίχοι της Κικής Μαυρίδου απ’ τη συλλογή «Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο» και το ποίημα της Φρόσως Λύτρα «Σε βλέπω…».
Οργασμός ιδεών, πανδαισία χρωμάτων στα όρια της υπερβολής, ταχύρρυθμες εναλλαγές σκηνών και διάσπαση ρόλων. Ένα ζωντανό θέατρο με άποψη και ταυτότητα που ζει έντονα τις αδυναμίες του. Μία γόνιμη σκηνική σύνθεση-διάλογος με το σήμερα, που δεν αναζητά ωστόσο σανίδα σωτηρίας στο επίκαιρο. Μια αναμέτρηση με την ποιητική αλληγορία, τον σατιρικό και πανσεξουαλικό χαρακτήρα του κωμωδιογράφου.
Όσες ενστάσεις κι αν προβάλλει κανείς γύρω από το εγχείρημα του Γιάννη Κακλέα, ακόμη κι αν απορρίψει συλλήβδην την πρόταση του, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί την έρευνα και τη στοχαστική ματιά του πάνω στο κείμενο και την ανοιχτή στο διάλογο κατάθεση των προβληματισμών του γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ακόμα και στις πιο εξόφθαλμα κωμικές σκηνές του όπως αυτή με τους συζύγους που απεγνωσμένα αναζητούν να εκτονώσουν τις ορέξεις τους, σκηνή με υποδειγματική χρήση του ανδρικού σώματος, διακρίνει κανείς τις προθέσεις του δημιουργού.
Σε ατμόσφαιρα καμπαρέ και drag show παραπέμπουν τα φανταχτερά και πολύχρωμα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου. Οι άνδρες ηθοποιοί υποδύονται τα γυναικεία πρόσωπα πάνω σε ψηλοτάκουνες vinyl μπότες και πέδιλα φορώντας ζαρτιέρες και νεγκλιζέ.
Πολύ καλά διδαγμένη η κίνηση απ’ τον Κυριάκο Κοσμίδη. Αισθησιακές χορευτικές σκηνές υπό τους μουσικούς φθόγγους του Σταύρου Γασπαράτου και τους ζωηρούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη.
Φλύαρα συμβολική η σκηνογραφία του Μανώλη Παντελιδάκη. Η σημαίνουσα ή χρηστική λειτουργία των σκηνικών αντικειμένων γίνεται σαφής στις επιμέρους σκηνές όπως το κρεβάτι ως σημείωση της έγγαμης συμβίωσης ή η αναπηρική καρέκλα, συνυποδήλωση της φθοράς των σχέσεων. Συνολικά όμως η παρουσία αντικειμένων όπως οι διάσπαρτοι σάκοι και το παρκαρισμένο αυτοκίνητο στον υπερυψωμένο κεντρικό διάδρομο παραμένει ανενεργός, αν εξαιρέσουμε την είσοδο του Πρόβουλου που υποδύεται ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με τους αστυνομικούς (Μιχάλης Θεοφάνους, Χρήστος Μαλάκης, Δημήτρης Πασσάς), σκηνή που απλώς εντυπωσιάζει με το απρόβλεπτο του χαρακτήρα της και τα εφφέ της.
Γλυκιά κι αιχμηρή η Λυσιστράτη του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου συγκινεί στον τελευταίο μονόλογο («Οι γυναίκες σας ποθούν μια αγκαλιά αλλά όχι από χέρια ματωμένα»).
Το ρόλο της Μυρρίνης μοιράζονται δύο ηθοποιοί. Στο πρώτο μέρος ο Μάκης Παπαδημητρίου που θα υποδυθεί στη συνέχεια και τον Κινησία με Μυρρίνη την πληθωρική Ελένη Κοκκίδου σε μια από τις πιο διάσημες σκηνές του έργου. Βρήκα εύστοχη και ξεκαρδιστικά κωμική τη χρήση του βίντεο όπου εμφανίζεται ο μικρός γιος του ήρωα προκειμένου να συγκινηθεί η γυναίκα και να επιστρέψει στην εστία. Με εκφραστικές εναλλαγές η κυρία Κοκκίδου στο σύντομο ρόλο της αποτυπώνει σχηματικά διαφορετικές όψεις της θηλυκότητας, τρυφερή και ναζιάρα, άγρια και διεκδικητική, απρόβλεπτη και αφοπλιστικά αστεία.
Η Κλεονίκη του Γιώργου Χρυσοστόμου, η Αρχιδάμεια του Σταύρου Μαυρίδη, που υποδύεται και τον Πρύτανη Αθηναίων, η Πασιφάη του Γρηγόρη Ποιμενίδη, η Θεονόη του Θεμιστοκλή Πάνου, ο οποίος υποδύεται και τον Κήρυκα Λακεδαιμονίων, η Φρύνη του Αλάιν Ριβέρο, η Γοργώ του Γιώργου Παπαγεωργίου, η Υψιπύλη του Χρήστου Μαλάκη, η Λαμπιτώ του Λαέρτη Μαλκότση, η Βοιωτή του Κωνσταντίνου Τσερκάκη και η Κορίνθια του Κωνσταντίνου Μαραβέλια αφήνουν το ξεχωριστό στίγμα τους.
Συμβολικά γυμνή η Συμφιλίωση της Σοφίας Μιχαήλ. Αξιόλογες ερμηνείες από τους Νίκο Καρδώνη και Βαγγέλη Χατζηνικολάου καθώς και από το χορό γυναικών (Άννα Αθανασιάδη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Φαίη Κοκκινοπούλου, Νίκη Λάμη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σοφία Μιχαήλ, Αγορίτσα Οικονόμου, Μαριάνθη Σοντάκη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Μαρία Τσιμά).

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

«Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή από το Αμφιθέατρο του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου


Η αρχαία Ελληνική τραγωδία αποτελεί την ιδανική απεικόνιση μιας κοσμογονικής και συνάμα καταστροφικής αντιπαράθεσης του ανθρώπινου με το θείο, της υπέρβασης με την νομοτέλεια, του φωτός με το σκοτάδι.
Στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, η συγκρουσιακή αυτή σχέση αναπτύσσεται εμφανίζοντας διάφορες παραλλαγές των δύο αρχέγονων αντιπάλων και με τελικό στόχο την Σοφόκλεια τάση για την ανάδειξη της ανθρώπινης βούλησης: Θεϊκή ρήση –χρησμός- σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη απόφαση.
Η τραγική ειρωνεία δεσπόζει σ’ όλη την πορεία του έργου κατευθύνοντας την εξέλιξη, υποβάλλοντας τις ανατροπές, ενισχύοντας την δυναμική της μοίρας σε σημείο που να φτάνει να εμπαίζει τον άνθρωπο.
Πρόκειται για τον αρχετυπικό μύθο που εμβολίζει βάναυσα την κάθε επιδίωξη για αυτογνωσία, για ενδυνάμωση της ανθρώπινης βούλησης, για έλεγχο των μηχανισμών που καθορίζουν την τυχαιότητα της γέννησης και της πατρότητας, συνθήκες που δεν μπορούμε ούτε να μεταβάλλουμε, ούτε να αποφύγουμε.
Ο ήρωας στιγματίζεται από το παράδοξο, του να γνωρίζει τι είναι άνθρωπος απαντώντας στο αίνιγμα της Σφίγγας αλλά να αγνοεί ποιος είναι ο ίδιος. Η άγνοια της καταγωγής του σημαδεύει την ύπαρξή του και πάνω σ’ αυτήν εξυφαίνεται το τραγικό του πεπρωμένο. Η κίνηση προς την αλήθεια μοιάζει με την παλινδρομική κίνηση ενός εκκρεμούς και η συνειδητή αναζήτηση απαλλαγής από την πλάνη θα οδηγήσει τον πατροκτόνο και αιμομίχτη βασιλιά στην καθαρτική αυτοτιμωρία της τύφλωσης.
Έργο πολλαπλών διαστάσεων και ερμηνευτικών επιλογών ενέπνευσε ποικίλες σκηνοθετικές αναγνώσεις που άλλοτε σχολίαζαν ενδελεχώς τα θεατρικά πρόσωπα βάσει ψυχαναλυτικών θεωριών, άλλοτε αναδείκνυαν το πολιτικό ή κοινωνιολογικό υπόστρωμα του κειμένου ενώ κάποιες εστίαζαν στην μυθολογική οπτική ή υπογράμμιζαν το θρησκευτικό στοιχείο. Διατυπώθηκαν συχνά ακραίες απόψεις εν όψει πειραματισμού, οι οποίες απομακρύνθηκαν απ’ την υπαρξιακή οντολογική δυναμική του δράματος που εξασφαλίζει διαχρονική απήχηση, με πρόσχημα την έρευνα σε μεθόδους.
Ο μύθος του έργου καθώς δίδεται με σοφή λιτότητα και σαφήνεια από τον συγγραφέα, είναι αρκετός για να εκθέσει τη σημασία της ψυχικής χωλότητας του ήρωα, η οποία είναι ουσιωδώς συμβολικής τάξεως αφού υποδεικνύει την ατέλεια της μνήμης, την αδυναμία υπαγωγής στην περιεσκεμμένη εμπειρία και στον λόγο και κυρίως την ανατροπή της κοσμικής τάξης, την παραβίαση των νόμων που την διέπουν.
Η περαιτέρω προβολή της με κουραστικά επίμονα οπτικά σημεία παρελκύει, υπονομεύει το τραγικό στοιχείο, υποβαθμίζει γελοιογραφικά το μύθο. Γι’ αυτό ίσως οι «κλασσικές» παραστάσεις να προσφέρουν την πιο εμπεριστατωμένη και ουσιαστική απόδοση του έργου, επικεντρώνοντας στην ουσία και τηρώντας το μέτρο, χωρίς να διαπράττουν σκηνοθετική «ύβρη».

Η παράσταση
Μια τέτοια κλασσική σκηνοθεσία είδαμε προ ημερών στο θέατρο «Δώρα Στράτου», από τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Έχει κανείς υψηλές απαιτήσεις όταν προσέρχεται να παρακολουθήσει παράσταση του ακαδημαϊκού και πολύπειρου σκηνοθέτη που κατέχει δικαίως ξεχωριστή θέση στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Η σκηνοθετική προσέγγισή του στον «Οιδίποδα Τύραννο» τήρησε το μέτρο χωρίς να ξεφύγει από τα «κλασσικά» πρότυπα και απέδωσε λιτά τον τραγικό μύθο, αποφεύγοντας κοσμητικά εφευρήματα και σκηνοθετικά τερτίπια που θα υποσκέλιζαν την ουσία του τραγικού λόγου.
Ωστόσο δεν εκμεταλλεύτηκε τις πολλαπλές εκφάνσεις του μύθου και παρέμεινε στην εικονογράφηση της δράσης. Απέφυγε να μας προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση του έργου, που από έναν τέτοιο διανούμενο θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο οποίος μας είχε προσφέρει ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ στο «Σλουθ», το χειμώνα που μας πέρασε, απέδωσε τον Οιδίποδα με συνέπεια, χωρίς υπερβολικές συναισθηματικές εξάρσεις αλλά και χωρίς να εμβαθύνει ιδιαίτερα στις τραγικές αντιφάσεις του χαρακτήρα του. Επιχείρησε να σηκώσει άξια το βάρος της συντριβής του ήρωα αλλά δεν ενίσχυσε ερμηνευτικά τις αποχρώσεις του τρόμου του.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έπλασε μια Ιοκάστη μετρημένη και με ισορροπημένες αντιδράσεις πειθαρχώντας στην σκηνοθετική γραμμή που της δόθηκε, αποφεύγοντας να προσδώσει ένταση στην συναισθηματική έκρηξη της ηρωίδας λίγο πριν την αυτοκτονία της και να κλιμακώσει τις αντιδράσεις της καθώς της αποκαλύπτεται σε όλο της το τραγικό μέγεθος, η συμφορά.
Ο Νικόλας Παπαγιάννης έπλασε έναν Ιερέα «άψυχο» χωρίς ερμηνευτικό βάθος. Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία του Νίκου Αρβανίτη στο ρόλο του Κρέοντα, όρισε την ποιότητα και το ήθος του ήρωα αλλά και το σθεναρό ταπεραμέντο του.
Ο Τειρεσίας του Μάνου Βακούση δεν κατάφερε να μεταδώσει το ρίγος των λόγων του μάντη και την απόκοσμη αύρα του. Ο Εξάγγελος του Θανάση Κουρλαμπά μετέφερε απλά τον λόγο χωρίς να αποδίδει και το νοηματικό του βάθος ενώ ο Βοσκός του Κωνσταντίνου Ανταλόπουλου διαχειρίστηκε με υποκριτική επάρκεια την συγκίνηση και το άλγος του. Ο Θεράποντας του Σωτήρη Τσακομίδη δεν κατάφερε να σπάσει το σχήμα και να αναδείξει σε βάθος τον χαρακτήρα.
Ο χορός κινήθηκε με κινησιολογική άνεση και τεχνική επάρκεια αποδίδοντας τα οπερετικά χορικά ενώ η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου ήταν μονότονη, χωρίς αποχρώσεις και εναλλαγές, ίσως καταλληλότερη για πιο γκόθικ θεάματα, παρά για χορικά αρχαίας τραγωδίας.
Τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα λιτά και ευέλικτα, υπέβαλλαν αδρά την ατμόσφαιρα πένθους και εξυπηρέτησαν τα σκηνοθετικά ευρήματα με έμπνευση ενώ στα κοστούμια ίσως ήταν υπερβολή η εικονοποίηση της απειλής του λοιμού με τα πλαστικά αδιάβροχα.
Η μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, λαγαρή κι ευέλικτη απέδωσε τον τραγικό λόγο με θεατρικότητα και ευκρίνεια ενώ ταυτόχρονα ανέδειξε την ποίηση του αρχαίου κειμένου.
Στα πλην της παράστασης η εκφορά των τελευταίων φράσεων του χορού από τον Οιδίποδα. Δεν είναι τυχαίο που ο Σοφοκλής επιλέγει το χορό να κλείνει την τραγωδία. Ο χορός, εκφραστής της κοινής γνώμης, εκπρόσωπος του λαού, διατυπώνει τις σκέψεις, την νοοτροπία και τη βούληση του μέσου πολίτη. Παρακολουθώντας αδιάλειπτα τα τεκταινόμενα, διαπιστώνει το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» ως πόρισμα, συμπέρασμα, γνωμικό. Ο ήρωας έχει αποχωρίσει από το προσκήνιο κι ο χορός απευθύνεται άμεσα στον θεατή, θεωρό της δράσης για να απευθύνει τη φιλοσοφική ρήση.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

«Κάρμεν» - Σκηνική σύνθεση βασισμένη στην όπερα του Μπιζέ και στη νουβέλα του Μεριμέ σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού



Η «Κάρμεν», γνωστή στους περισσότερους από την Οπερά Κομίκ που έγραψε ο Ζωρζ Μπιζέ το 1873, παρά από την ομώνυμη νουβέλα του Προσπέρ Μεριμέ, ανέβηκε σε μια πειραματική εκδοχή της και σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού σε έναν μαγικό χώρο, την αυλή ενός εγκαταλελειμμένου νεοκλασικού στην οδό Κεραμεικού.
Η μουσική της πασίγνωστης αυτής όπερας που αγαπήθηκε βαθιά από το κοινό λόγω της τραγικής της πλοκής, της ελκυστικής, ανυπότακτης και ερωτικής ηρωίδας της και των εμπνευσμένων μουσικών της μοτίβων, έχει διασκευαστεί στην παράσταση του Λιβαθινού σε τζάζ από τον μουσικό Κώστα Μαγγίνα ενώ οι στίχοι των τραγουδιών που ερμηνεύονται από τους ηθοποιούς ζωντανά, προσαρμόστηκαν στα Ελληνικά από τον ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη. Επίσης, παίζουν «επί σκηνής» την τζαζ εκδοχή των μελωδιών ο Κώστας Μαγγίνας στην κιθάρα, ο Νίκος Καπηλίδης στα ντραμς και ο Απόστολος Σιδέρης στο ακουστικό μπάσο.
Την μαγική ηρωίδα του Μεριμέ ενσαρκώνει η Μαρία Ναυπλιώτου ενώ τους υπόλοιπους ρόλους μοιράζονται τέσσερις εξ ίσου ταλαντούχοι ηθοποιοί, που διακρίθηκαν στις πρόσφατες επιτυχημένες του παραστάσεις, της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου αλλά και από το «Βασιλιά Λήρ» που ανέβηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, οι Μελέτης Ηλίας, Χρήστος Σουγάρης, Ευθύμης Παππάς και Πηνελόπη Μαρκοπούλου.
Η «Κάρμεν» αγαπήθηκε για το ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα της, την βαθιά ερωτική φύση της και την τρομακτική αλήθεια της, την οποία ενστερνίζεται ακόμα κι όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον θάνατο. Μια τσιγγάνα που τυλίγει πούρα στην βιοτεχνία της πόλης, έχει αναστατώσει τους άντρες και τους χειρίζεται με μοναδική ικανότητα. Ατίθαση, βίαιη κι ηδονική, η νεαρή εργάτρια συγκρούεται με μια συνάδελφό της και τη μαχαιρώνει.
Ο Δον Χοσέ, ένας νεαρός στρατιώτης της φρουράς διατάσσεται να την φυλακίσει αλλά εκείνη τον γοητεύει και καταφέρνει με μια ερωτική υπόσχεση να τον πείσει να την αφήσει ελεύθερη. Για χάρη της θα παρατήσει την Μικαέλα, την αρραβωνιαστικιά του και ευνοούμενη της μητέρας του αλλά και την καριέρα του στο στρατό και θα καταλήξει με τους λαθρέμπορους στα βουνά. Όταν ο Τορεαδόρ εμφανίζεται στην πόλη και βλέπει την Κάρμεν, εκείνη τον ερωτεύεται κι αποφασίζει να εγκαταλείψει τον Χοσέ για χάρη του. Όμως ο ερωτευμένος άντρας της στήνει καρτέρι και τυφλωμένος από τη ζήλεια του, την σκοτώνει.
Μια ιστορία που με τον καιρό έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό μας συνειδέναι και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για σκηνοθέτες και χορογράφους, έρχεται τώρα να εγκατασταθεί στο Μεταξουργείο, έναν «τόπο» μέσα στον τόπο μας, μια περιοχή με μετανάστες, πόρνες, απρόβλεπτη βία, πολυπολιτισμική ατμόσφαιρα και μοναδική αίσθηση παρακμής, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στην χαμένη αίγλη και στην δυναμική, άγρια απαίτηση της ζωής να ριζώσει ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Παρακολουθήσαμε μια σκηνική και πολύ ελεύθερη διασκευή με αφορμή το μύθο της Κάρμεν, που άντλησε στοιχεία και από το μυθιστόρημα αλλά και από το λιμπρέτο, με κάποιες παραλλαγές που αναδεικνύουν την δράση χωρίς να ευνουχίζουν τους ήρωες.
Ο μαγικός χώρος στον οποίο ανέβηκε αυτή η ιδιόρρυθμη παράσταση, εξαίσια φωτισμένος από τον Αλέκο Αναστασίου, επιβλήθηκε όσον αφορά τα σκηνοθετικά ευρήματα, εμπνέοντας μια θαυμάσια χορογραφημένη κίνηση των ηθοποιών, οι οποίοι έπαιξαν σε όλους τους επιμέρους χώρους και υποβάλλοντας ατμόσφαιρες βαθύτατα συνυφασμένες με την γειτονιά του σήμερα, το ιστορικό μπαγκράουντ και την μαγική αρχιτεκτονική δόμηση του κτηριακού συγκροτήματος.
Οι βρύσες, η τουαλέτα, οι εσωτερικές, μεταλλικές σκάλες, τα φωτισμένα παράθυρα, το δωμάτιο που μισοφαίνεται πίσω από την πόρτα, ο διάδρομος που οδηγεί στο δρόμο στον οποίο περιδιαβαίνουν οι κάτοικοι της περιοχής, μετανάστες κυρίως, διαποτίζοντας με την παρουσία τους τις επί μέρους δράσεις του έργου, οι όγκοι των κτιρίων που παγιδεύουν το αίθριο, η φθορά που κατατρώει τοίχους και κουφώματα, δημιουργούν ένα φυσικό σκηνικό εξαιρετικής αισθητικής, βαθύτατα συγγενές με την ουσία του δράματος και των ενδογενών του προεκτάσεων.
Η Μαρία Ναυπλιώτου ερμηνεύει την Κάρμεν μέσα από μία αισθησιακή παιδικότητα που αναδεικνύει και την αθωότητα της ηρωίδας και την επικίνδυνη αυθορμησία της αλλά και την τρομακτική κι απόλυτη προσήλωσή της στην ελευθερία.
Ο Μελέτης Ηλίας πλάθει ένα Χοσέ ερωτικό, βίαιο και βαθιά ταραγμένο που κινείται με πανικό ανάμεσα στο καθήκον και στο ανεξέλεγκτο πάθος.
Ο Ευθύμης Παππάς θαυμάσιος στο ρόλο του Τορεαντόρ, εμφανίζεται απόμακρος και γοητευτικός, αναδεικνύοντας και την αλαζονεία αλλά και τον ανόθευτο ερωτισμό του ήρωα.
Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου ενσαρκώνει μια Μικαέλα σεμνή, δειλή και τρομοκρατημένη με μαεστρία και μέτρο.
Ο Χρήστος Σουγάρης ερμηνεύει με άνεση και τον αυστηρό αξιωματικό που επιβάλλεται μέσα από το αξίωμά του και τον κυνικό, παράνομο λαθρέμπορο που έχει αποδεχτεί τις ιδιαιτερότητες της Κάρμεν και απλά εκμεταλλεύεται τις ικανότητές της για να πετύχει τους στόχους του.
Οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά τα τραγούδια της όπερας με θεατρικότητα που αναιρεί τις φωνητικές τους αδυναμίες κι αξιοποιεί την δραματουργική τους δυναμική, ενταγμένη στο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Τα διακριτικά σκηνικά που αναδεικνύουν το φυσικό ντεκόρ και τα ευφάνταστα κοστούμια που υποδηλώνουν τις ιδιότητες χωρίς να εικονοποιούν τους ρόλους δημιούργησε η Ελένη Μανωλοπούλου, ενώ τους εμπνευσμένους φωτισμούς που εναρμονίζονται με τον σκηνικό χώρο στο έπακρο υπογράφει ο Αλέκος Αναστασίου.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

«Λευκές Νύχτες. Μια αισθηματική ιστορία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο θέατρο «Άκης Δαβής»


Η νουβέλα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» μας παρουσιάζει έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, ο οποίος είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα, παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της. Ως την στιγμή που εντελώς τυχαία συναντάει την Νάστιενκα και μαζί τον έρωτα.
Ο ονειροπόλος εξαναγκάζεται να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα, επίσης χωρίς όνομα, ο οποίος αποκαλείται ένοικος γιατί είναι ο ενοικιαστής της γιαγιάς της, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του ονειροπόλου για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί από τις διαψεύσεις του πάθους της. Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστιενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης.
Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ονειροπόλος και νευρικός κι ο ίδιος, με ανάλογες ευαισθησίες και ακραίες εμμονές, μεταγγίζει στον ήρωα του πάθη και δυναμικές που ενισχύουν όχι μόνο την νοσηρότητα των ανέλπιδων προσδοκιών και την ματαιότητα του άκρατου ιδεαλισμού αλλά και την βαθιά ανάγκη του νεαρού πλάσματος να ξεφύγει επιτέλους από το καύκαλο του πλαστού κόσμου των ονείρων και να εισχωρήσει στην οδυνηρή πραγματικότητα ώστε να διεκδικήσει το δικαίωμά του για έρωτα και δημιουργία.
Καθώς εξελίσσονται οι δράσεις και πληθαίνουν οι συναντήσεις των δύο νέων, μας αποκαλύπτεται επίσης με εξαιρετική διαύγεια και ο γυναικείος χαρακτήρας, ένα ελκυστικό κι ερωτικό θηλυκό στην πρώτη του νιότη, που όμως είναι βαθιά προσηλωμένο στον εαυτό του και αδυνατεί να αντιληφθεί σε βάθος το μαρτύριο του νεαρού άντρα του οποίου την αδυναμία εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις δικές της εξ ίσου ζωτικές ανάγκες.

Η παράσταση
Η δραματουργική επέμβαση του σκηνοθέτη Νικόλα Μίχα στο κείμενο, μας προσέφερε μια ολοκληρωμένη θεατρική σύμβαση, αξιοποιώντας τους διαλόγους αλλά και τον μονόλογο-εκμυστήρευση του ήρωα που εκπροσωπεί παράλληλα τον συγγραφέα, κρατώντας το νήμα της αφήγησης.
Η παράσταση που είναι μια παραγωγή της «The Terra Incognita Art Company», διαρκεί εκατό λεπτά και θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτή ώστε να κρατάει σε μεγαλύτερη ένταση το ενδιαφέρον του θεατή χωρίς να κουράζει.
Ωστόσο καταφέρνει τελικά να κερδίσει το κοινό της με κάποια ευφάνταστα σκηνοθετικά ευρήματα και κυρίως με τις πολύ εμπνευσμένες ερμηνείες των ηθοποιών.
Από μία αναφορά στο διήγημα, ο σκηνοθέτης, Νικόλας Μίχας, ο οποίος υπογράφει και την διασκευή, δημιούργησε ένα επιτυχές δρώμενο εμπνευσμένο από την Κομμέντια Ντελ Άρτε και συγκεκριμένα το έργο του Μπωμαρσαί, «Κουρέας της Σεβίλλης» το οποίο έγινε και όπερα από τον Ροσσίνι. Οργάνωσε με σύστημα την κινησιολογία του με την συμβολή της ταλαντούχας Ελισάβετ Πλιακοστάθη, προσφέροντάς μας μεταξύ άλλων και μία σκηνή λίγο πριν το ανατρεπτικό φινάλε, θαυμάσια χορογραφημένη, μέσα από την οποία εκφράζεται ο ενθουσιασμός του ερωτευμένου ονειροπόλου για την ανταπόκριση της αγαπημένης του, στην επιθυμία του να ζήσουν μαζί.
Ο κύριος Μίχας έστησε τις σκηνές του έργου χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στο λιτό πνεύμα του συγγραφέα και στις τρομακτικές μεταπτώσεις των ηρώων του. Ταυτόχρονα ενίσχυσε την ρομαντική ατμόσφαιρα του έργου με μια σειρά από τραγούδια του Χρίστου Θεοδώρου σε στίχους του Πούσκιν οι οποίοι ανέδειξαν ποιητικά τον συναισθηματικό κόσμο του «ονειροπόλου» της ιστορίας χωρίς ωστόσο να διακρίνονται ιδιαίτερα για την μουσική τους έμπνευση.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης απέδωσε τον ντοστογιεφσκικό ήρωα με τις λεπτές συναισθηματικές εκφάνσεις, με υποκριτική ευκρίνεια και ελεγχόμενη ένταση, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα άτολμο αλλά και παθιασμένο. Οι κινησιολογικές ικανότητές του, η εσωτερικότητα της ερμηνείας του και η αισθαντική φωνή του πλούτισαν την σκηνική παρουσία του και ανέδειξαν τις αποχρώσεις του ρόλου του.
Η εκφραστική και πανέμορφη Αλεξάνδρα Αϊδίνη ερμήνευσε πειστικά την αυθόρμητη κι αθώα Νάστιενκα αποδίδοντας τις αντιθέσεις του ψυχισμού της με ευκρίνεια και άνεση.
Ο Νικόλας Μακρής απέδωσε θαυμάσια τον ένοικο, ενισχύοντας το μυστήριο της παρουσίας του αλλά και τον συγκρατημένο ερωτισμό που εκπέμπει ο ήρωας αυτός σε θαυμαστή ισορροπία με την προσγειωμένη του φύση.
Η Χάρις Συμεωνίδου υποδύθηκε την αυστηρή γιαγιά με πυγμή, αποδίδοντας το βάρος της ηλικίας και το συντηρητικό ταμπεραμέντο της, ενώ κράτησε και τον ρόλο της Ματριόνα.
Τα σκηνικά, της Αγγελικής Αθανασιάδου, ελάχιστα και χαρακτηριστικά, λειτούργησαν ως στοιχεία για την αναπαράσταση της εποχής, οριοθετώντας ταυτόχρονα τους διαφορετικούς χώρους και διαχωρίζοντας τα στιγμιότυπα.
Τα κοστούμια υποβάλλουν διακριτικά την εποχή χωρίς να την αναπαριστούν πιστά και αναδεικνύουν τους χαρακτήρες προσδίδοντάς τους μια διαχρονική χροιά.
Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα ενισχύουν τις εντάσεις και τις ατμόσφαιρες των σκηνών αλλά και τις εναλλαγές της διάθεσης των ηρώων μέσα από την εξέλιξη της δράσης.