Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

«Stamboul Train» του Graham Greene στην Αμαξοστοιχία – Θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ»


     


    Κάθε παράσταση στην καλαίσθητη αμαξοστοιχία – θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ» είναι μια ξεχωριστή εμπειρία. Οι ηθοποιοί βρίσκονται σχεδόν σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές-συνεπιβάτες του βαγονιού. Έτσι, σκηνή και πλατεία διαμορφώνουν έναν ενιαίο χώρο εντός του οποίου το κοινό γίνεται «αυτόπτης μάρτυρας» ή «συνένοχος» της ανεξιχνίαστης υπόθεσης του εκάστοτε έργου. Πόσο μάλλον όταν η υπόθεση αυτή διαδραματίζεται μέσα σ’ ένα τρένο που εκτελεί την πολυήμερη διαδρομή Οστάνδη – Κωνσταντινούπολη.
     Ο Ιωσήφ Βαρδάκης διασκευάζει για τη σκηνή το εμβληματικό μυθιστόρημα του Graham Greene, «Stamboul Train», προτείνοντας μια σειρά αλυσιδωτών σκηνών – στιγμιότυπων με πρωταγωνιστές οκτώ ταξιδιώτες. Στον θεατρικό μικρόκοσμο του Ιωσήφ Βαρδάκη, ο κλειστός χώρος του τρένου ανάγεται σε αρένα κοινωνικών και πολιτικών αναμετρήσεων μέσα από εκ διαμέτρου αντίθετες «φωνές». Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, το ίδιο και η ευθυγράμμιση των αντίρροπων δυνάμεων όταν προβάλλει απειλητικά το αδιέξοδο. Άλλωστε, η εξαιρετική σκηνοθεσία της Τατιάνας Λύγαρη εκμεταλλεύεται στο έπακρο κάθε λεπτομέρεια των χαρακτήρων του έργου αποκομίζοντας από την ευθύβολη τοποθέτηση των δρώντων ρυθμική αρμονία.
     Ως Μέιμπελ, η Εβελίνα Αραπίδη ενεργοποιεί μια σημαίνουσα παραγλωσσική έκφραση για να αποδώσει τον κυνισμό και την υπέρμετρη φιλοδοξία της δημοσιογράφου που επιπλέον προβάλει αυτάρεσκα τις ερωτικές προτιμήσεις της για τις γυναίκες. Ο Σπύρος Ζουπάνος υποδύεται με εκφραστική ευκρίνεια τον συγγραφέα που προσπαθεί να διαχειριστεί την αγωνία του για την προβολή του νέου του βιβλίου.
     Ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης, στον ρόλο του Γκρούνλιχ, αποκαλύπτει σταδιακά και με έξυπνες κινήσεις τα κίνητρα που οδήγησαν το πρόσωπο το οποίο υποδύεται στον φόνο. Η Δάφνη Καφετζή ενσαρκώνει με αισθαντική θηλυκότητα τη χορεύτρια Κόραλ, υπογραμμίζοντας την ευαισθησία, την απειρία στον έρωτα αλλά και τον δισταγμό ενός βασανισμένου βιοπαλαιστή όταν η ζωή δείχνει να του χαμογελά.
     Ως Όπι, ο Παναγιώτης Μαρίνος υποστηρίζει με ενάργεια τη ρητορική του μίσους που εκφράζει ο ιερέας, κυρίως όταν αποκαλύπτεται το «αληθινό» του πρόσωπο. Ο Νίκος Ποριώτης, στον ρόλο του Τσίνερ, εκφράζει με πάθος το αφήγημα του ιδεολόγου επαναστάτη που αγωνίζεται για ένα καλύτερο κόσμο και προασπίζεται τα ιδανικά της ισότητας πασχίζοντας για την κατάρρευση των διακρίσεων ανάμεσα στους ανθρώπους.
     Ως Τζάνετ, η Κλαίρη Σαρρηκυριάκου λειτουργεί ως ενοποιητική παρουσία δίνοντας έτσι την ευκαιρία να δημιουργηθούν οι απαραίτητες φωτοσκιάσεις των αντιθέσεων, τόσο στον πυρήνα του ρόλου της όσο και σε ό,τι αφορά στις διαπλοκές με τους άλλους χαρακτήρες του έργου. Ο Χρήστος Χριστόπουλος, στον ρόλο του εβραίου επιχειρηματία, κινείται έξυπνα και επιτελικά αποτυπώνοντας τον σκεπτικισμό που αναδίδει ο ήρωας.
     Τα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ, η μουσική του Μηνά Ι. Αλεξιάδη, η χορογραφία της Πέπης Ζαχαροπούλου και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη υπογραμμίζουν τις καταστάσεις και δημιουργούν την ατμόσφαιρα της ειδοποιού διαφοράς ανάμεσα στο λειτουργικό και στο υψηλής πνοής αισθητικό συμβάν!

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

«Αντιγόνη» του Σοφοκλή στο Θέατρο «Άττις – Νέος Χώρος» από την Ομάδα «Σημείο Μηδέν»


      

       Στις τραγωδίες του Σοφοκλή, το «αντίπαλον δέος» είναι ένας άλλος θνητός ή και μια ολόκληρη κοινωνία. Η πολιτική προσδιορίζεται και δημιουργεί σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο έκκεντρο συμβάν και στην ηθική διάσταση των πράξεων του ήρωα αλλά και της συλλογικής ευθύνης των πολιτών. Ο τραγικός ήρωας του Σοφοκλή διαπράττει την ύβρη ωθούμενος από ένα διαφορετικό και συνάμα συγκρουσιακό στοιχείο, που στοιχειοθετεί προσωπική κοσμοαντίληψη με επιπτώσεις στην πόλη και στη διαμόρφωση και διατύπωση πολιτικού λόγου και αντιλόγου.

       Η διαλεκτική που αναπτύσσεται ανάμεσα στην Αντιγόνη και το «αντίπαλον δέος», τον Κρέοντα, αναδεικνύεται σε αρχέγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκαιο του πολίτη και στο δίκαιο του κρατούντος. Η Αντιγόνη, μετά την κορυφαία πράξη ενταφιασμού του αδελφού της, καθίσταται παράδειγμα προς μίμηση για να συμβολοποιηθεί εν συνεχεία και να εγκατασταθεί και αυτή στο πάνθεον των αρχετύπων. Ως αθάνατο αρχέτυπο, η Αντιγόνη λαμβάνει την εντολή, σε κάθε εποχή, να δικαιώσει όλους τους χαμένους αγώνες ανάμεσα στην εξουσία και στον εξουσιαζόμενο.
       Η πειραματική αναπαράσταση και η πολυδιάστατη ερμηνεία της «Αντιγόνης» από τον σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπο και τους ηθοποιούς της ομάδας του, κωδικοποιούν την ηρωική εκφορά του προσώπου, δια του οποίου δικαιολογείται και δικαιώνεται η αντίσταση στην εξουσία, χωρίς τοπικά και χρονικά συμφραζόμενα. Στην άδεια σκηνή ενός κλειστού, εργαστηριακού δωματίου, ο χώρος κοσμείται με τα σώματα των ηθοποιών και γεμίζει από τις ρυθμικά παλλόμενες κινήσεις τους. Το μαύρο χρώμα στα στοιχειώδη ενδύματά τους ουδετεροποιεί τα εξέχοντα χαρακτηριστικά των προσώπων προκρίνοντας την ομοιογένεια. Κίνηση και λόγος συμπορεύονται αντιστικτικά για να διαμορφώσουν ένα τελετουργικό, διονυσιακό, οργιαστικό, θα λέγαμε, περιβάλλον που φωτίζει καίρια ο Κώστας Μπεθάνης εναλλάσσοντας το λευκό με το σκοτεινά κόκκινο χρώμα.
       Ο Δημήτρης Δημητριάδης συνθέτει μια «παρτιτούρα» λόγου στην οποία δεσπόζει η μείξη αρχαιοπρεπών λεξημάτων και συνταγμάτων με καθημερινής χρήσεως εκφωνήματα. Ο Σάββας Στρούμπος «εγγράφει» στον χώρο της σκηνής το «πάσχων» σώμα της ηρωίδας – συμβόλου, που λειτουργεί δίκην μετωνυμικής μεταφοράς ενός γενικευμένου άλγους μέσω του οποίου προοικονομείται ο τελικός θρήνος. Πράγματι, ο σκηνοθέτης στηρίζεται στη σωματικότητα μέσα από μια γεωμετρική επεξεργασία των ζητημάτων που αποτυπώνουν οι κώδικες των ρόλων. Το σώμα «ανατέμνεται» δημιουργικά συνθέτοντας και αποδομώντας εννοιολογήματα και καταστάσεις του θυμικού μέσα από κορυφώσεις. Οι ηθοποιοί, χάρη στους οποίους επιτυγχάνεται το άρτιο σκηνικό αποτέλεσμα, υπηρετούν πειθαρχημένα ένα ερμήνευμα, προϊόν θεατρικής επεξεργασίας γλωσσικών και παραγλωσσικών επιλογών του σκηνοθέτη.
       Αξίζει να σταθούμε στις εξαιρετικές φωνητικές επιδόσεις, την εκφραστικότητα και την ενιαία υποκριτική υφολογία της ομάδας με προεξάρχοντα την Αντιγόνη της Έβελυν Ασουάντ που διακρίνεται ιδιαιτέρως στα τραγουδιστικά κομμάτια.  Ως Κρέων, ο Κωνσταντίνος Γώγουλος ανάγει τον ήρωα σε οικουμενικό πρότυπο εξευτελισμού της εξουσίας. Αποκαλυπτική, η Έλλη Ιγγλίζ, τόσο ως Τειρεσίας όσο και ως κορυφαία Χορού, καταδεικνύει τη λειτουργικότητα ενός ουδέτερου προσωπείου που κερματίζει το πρόσωπο. Το συριστικό της εκφοράς του Γιάννη Γιαραμαζίδη υπογραμμίζει την αρχική διστακτικότητα του «άγουρου» νεαρού Αίμονα που επιχειρεί να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στον «ώριμο» αυταρχικό πατέρα. Με φωνητική και σωματική ακρίβεια κινείται η Ανδρομάχη Φουντουλίδου στους ρόλους της Ισμήνης και του Αγγελιαφόρου. Τη διανομή συμπληρώνουν επάξια η Ρόζυ Μονάκη (Ευρυδίκη και κορυφαία Χορού) και ο Στέλιος Θεοδώρου – Γκλίναβος (Φύλακας και Εξάγγελος).

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

«Ρινόκερος» του Ιονέσκο στο Θέατρο Κιβωτός


    

       Εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου, ο γαλλόφωνος ρουμάνος δραματουργός Ευγένιος Ιονέσκο αποκάλεσε «δυσφορία της ύπαρξης» το βίωμα της παραδοξότητας του σύμπαντος, της εισβολής της φρίκης στην κοινοτοπία της καθημερινότητας. Στο δοκίμιό του, «Η εμπειρία του θεάτρου», διευκρινίζει ότι για να ξεκολλήσουμε από το καθημερινό, από τη συνήθεια, από την πνευματική οκνηρία που μας κρύβει το παράδοξο του κόσμου, πρέπει να δεχτούμε μια πραγματική κατακεφαλιά. Πρέπει να επιχειρήσουμε ένα είδος καταρράκωσης του υπαρκτού, που θα προηγηθεί από την καινούργια του ακεραιότητα. Ο Ιονέσκο, συνεπής προς τα λεγόμενά του, δόμησε τα έργα του επάνω σε αλλόκοτες εικόνες, οι οποίες αποκτούν παραδοξότητα επειδή εντάσσονται σε ένα πλαίσιο ομαλότητας!

      Στον «Ρινόκερο» (1959), ο συγγραφέας περιγράφει μια κοινωνία η οποία, μέσα από τη διογκούμενη ορμή της κοινής γνώμης, αποφασίζει να μεταβληθεί σε κοινότητα ρινόκερων. Το έργο θέτει στο στόχαστρο το ήθος της συναίνεσης, είτε αυτή απορρέει από τις συμβάσεις της κοινής λογικής στο πλαίσιο της συνήθους ζωής είτε από τις προδήλως ολοκληρωτικές συμβάσεις του φασισμού και του κομμουνισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ιονέσκο αποσκοπεί στην απομυθοποίηση όλων εκείνων των ιδεολογιών που επιδιώκουν να εξαλείψουν τη διαφοροποίηση μεταξύ της ατομικότητας και της υπαγωγής σε ένα σύνολο. Απώτερος στόχος του είναι να αναδείξει τη συλλογική υστερία που ελλοχεύει πίσω από την επιφάνεια της λογικής.      
      Ο Γιάννης Κακλέας λειτουργεί συστηματικά μέσα από την κατάλυση και την ανασύνθεση του κειμενικού μικροκόσμου κάθε συγγραφέα και παραδίδει στο κοινό μια νέα, δική του σκηνική εκδοχή. Το τελικό υλικό προβάλλει τη διαλεκτική αλλά κυρίως την κριτική στάση του σκηνοθέτη τόσο απέναντι στο έργο όσο και στην αισθητική που πρεσβεύει. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ο Γιάννης Κακλέας προτείνει μια σκηνική σύνθεση καταιγιστικών ετερόκλητων εικόνων που επιχειρούν να αποτυπώσουν, με σύγχρονα συμφραζόμενα, την έκφραση της ρινοκερίτιδας. Η σκηνοθεσία εστιάζει στον άνθρωπο του 21ου αιώνα, δέσμιο της τεχνολογίας, δουλικό ακόλουθο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εύπιστο θεατή μέσων μαζικής υπέρ και παρά – πληροφόρησης, θύμα τυχοδιωκτικών πολιτικών και παθητικό δέκτη κάθε μορφής προπαγάνδας. 
     Η παράσταση του Γιάννη Κακλέα κατακλύζεται από βιντεοπροβολές και εξω-κειμενικές επεμβάσεις. Η τεράστια παροχή πληροφοριών εκ μέρους των σκηνικών δρώντων και δρωμένων παροπλίζει την προσθετική ή αφαιρετική φαντασία του θεατή. H έννοια του εξεγερμένου ανθρώπου και η ιδεολογία της αντίστασης υπογραμμίζονται με ευθύβολο τρόπο χάρη στον Άρη Σερβετάλη στον ρόλο του Μπερανζέ. Τη διανομή συμπληρώνει ένας ξεχωριστός θίασος ταλαντούχων ηθοποιών: Έλλη Τρίγγου, Στέλιος Ιακωβίδης, Ροζαλία Κυρίου, Θάνος Μπίρκος, Πάνος Παπαδόπουλος, Αγγελική Τρομπούκη, Κωστής Μπούντας, Αναστασία Στυλιανίδη.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

«Ο Γιός» του Φλοριάν Ζελλέρ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου


    

      «Η ζωή μού είναι βάρος» αναφωνεί ο έφηβος Νικολά στον πατέρα του που προσπαθεί με αγωνία να μάθει τι δεν πάει καλά τον τελευταίο καιρό στη ζωή του γιου του. Παρά τις καλές του προθέσεις, ο Πιερ αδυνατεί να διακρίνει τις αυτοκτονικές τάσεις του παιδιού του και να το βοηθήσει. Προτάσσοντας το παράδειγμα μιας έκκεντρης περίπτωσης ο Φλοριάν Ζελλέρ συμπυκνώνει σε 17 σκηνές κοινούς τόπους και γνώριμες συμπεριφορές στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους. Ο πικρός σκεπτικισμός του Γάλλου συγγραφέα καταλήγει στη διαπίστωση πως «η αγάπη δεν αρκεί» αποφεύγοντας τεχνηέντως τον διδακτισμό και τις μελοδραματικές υπερβολές. Όπως και να ‘χει, δεν είναι εύκολο να κοιτάξει κανείς κατάματα και να αποδεχθεί μια αλήθεια που τον πονά. «Ο Γιος» αποτελεί σκηνικό δοκίμιο εφ’ όλης της ύλης, θα λέγαμε, ανακεφαλαιώνοντας ζητήματα κορυφαίας σημασίας που ταλανίζουν τη σχέση γεννήτορα – τέκνου διαχρονικά και σε παγκόσμια κλίμακα.

      Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος παρουσιάσει το έργο ακριβώς όπως το έγραψε ο συγγραφέας, σαν «φέτα ζωής», φωτίζοντας τη διαλεκτική σχέση πραγματικότητας και ονείρου και υπογραμμίζοντας τη σχετικότητα της αλήθειας. Η σκηνοθεσία προβάλλει τον καταιγισμό των ερωτημάτων που θέτει η γραφή και η εικονογράφηση της ανατρεπτικής δράσης «γεννάει» διαρκώς νέες γόνιμες απορίες στον θεατή. Καίριοι οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ενισχύουν μαζί με τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου την κορύφωση των δραματικών καταστάσεων. Λειτουργικό για τις αλλαγές του χώρου το σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα αποτυπώνουν με ευκρίνεια το εξέχον χαρακτηριστικό κάθε προσώπου.
       Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ενσαρκώνει τον Πιερ αναδεικνύοντας με αξιοσημείωτη ακρίβεια την πλούσια γκάμα των συναισθημάτων του πατέρα τον οποίο κατορθώνει να ανυψώσει σε συμβολική οντότητα. Η Δέσποινα Κούρτη, στον ρόλο της Άννας, πρώτη σύζυγο του Πιερ, εκφράζει ευθύβολα τον σπαραγμό της μάνας και την οδύνη της ανυπεράσπιστης γυναίκας που βαδίζει σε μοναχικούς δρόμους. Η Άννα Καλαϊτζίδου προκρίνει τον δυναμισμό και την αισιόδοξη στάση της Σοφίας, δεύτερη σύζυγο του Πιερ και μητέρα ενός μωρού, που έχει επωμιστεί τις συνέπειες της ασθένειας του Νικολά αλλά καλείται να λειτουργήσει εξισορροπητικά για να διασφαλίσει την προσωπική της ευτυχία και τη γαλήνη της δικής της οικογένειας. Ο Δημήτρης Κίτσος αποδίδει εξαιρετικά τα σημάδια της ψυχικής ασθένειας του Νικολά με σχολαστικά μελετημένη σωματική και φωνητική εκφραστικότητα. Ο γιατρός του Γιώργου Μακρή δείχνει την αποστασιοποιημένη και χαμηλών τόνων «φωνή» της επιστήμης που επικαλείται τη λογική και δεν υποκύπτει στο θυμικό. Ο νοσοκόμος του Θοδωρή Κουτσουκανίδη εκτελεί με τη δέουσα ψυχρότητα το υπηρεσιακό του καθήκον.  
       Στο καλαίσθητο πρόγραμμα – βιβλίο υπάρχει δημοσιευμένη ολόκληρη η μετάφραση του έργου από την Κοραλία Σωτηριάδου καθώς και κείμενα για τον συγγραφέα.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

«Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σταμάτη Πολενάκη στο Studio Μαυρομιχάλη


       Το θεατρικό έργο του Σταμάτη Πολενάκη φέρνει για άλλη μια φορά στο επίκεντρο ζητήματα που αφορούν στη διαλεκτική σχέση της ιστορικότητας με τη μυθοπλασία. Αντλώντας υλικό από κορυφαία ιστορικά γεγονότα και με επίκεντρο την ολέθρια κατάληξη του Γερμανού ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ που αυτοκτόνησε μαζί με την αγαπημένη του Ενριέττε Φόγκελ, ο συγγραφέας γράφει μια ελεγεία για τους «ιδανικούς αυτόχειρες» και όλους εκείνους που πέρασαν τη ζωή τους αναζητώντας μάταια το απόλυτο. Το απόλυτο του έρωτα και της ευτυχίας. Το νόημα εντέλει της ύπαρξής τους και την ανάγκη κατανόησης του κόσμου που είναι καταδικασμένος να περνάει διαρκώς δύσκολες μέρες. Οι τρεις διαφορετικές αφηγήσεις και η μεταξύ τους «συνομιλία» οδηγούν σε μια σύνθεση που δεν «υπερασπίζεται» την απαισιόδοξη εκδοχή των γεγονότων αλλά υπογραμμίζει το ειδυλλιακό περιβάλλον της ερωτικής συνάντησης αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση. Άλλωστε, η σκηνοθεσία της Έφης Ρευματά κινείται επιδέξια ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη τοποθετώντας τα πρόσωπα σε σημεία βολής. Το σκηνικό του Νίκου Δεντάκη σηματοδοτεί με τον υποδηλωτικό του χαρακτήρα τον χώρο όπου οι δύο εραστές ανταλλάσουν όρκους αγάπης. Το γρασίδι και τα πεσμένα φύλλα αποτυπώνουν την ανέμελη αλλά και μελαγχολική διάθεση των πρώτων σκιρτημάτων ενώ η εμφάνιση του όπλου προοικονομεί το μοιραίο τέλος. Τα καλαίσθητα κοστούμια της Βάσιας Χρονοπούλου παρέχουν διακριτικά όχι μόνο στοιχεία της εποχής αλλά και εξέχοντα χαρακτηριστικά των ηρώων. Οι καίριοι φωτισμοί του Δημήτρη Μπαλτά ακολουθούν την ευρηματική «διάθεση» της σκηνοθεσίας να σχολιάσει και να εικονοποιήσει τον αφηγηματικό λόγο. Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου στον ρόλο του πανδοχέα πλάθει μια έξοχη φυσιογνωμία σαν αυτόπτης μάρτυρας που καταθέτει σε ένα αόρατο δικαστήριο. Ο Βασίλης Μπατσακούτσας ενσαρκώνει τον ποιητή Κλάιστ με εκφραστική λιτότητα εστιάζοντας στον πεισιθάνατο ψυχικό του κόσμο. Ομοίως, η Μάρω Μελισσάρη υποδύεται τη Φόγκελ δίνοντας έμφαση στις δραματικές αποχρώσεις. Η Μάγκυ Μελισσάρη ερμηνεύει ζωντανά στο πιάνο κομμάτια από το Winterreise του Σούμπερτ εκφράζοντας τρυφερά και αιχμηρά μαζί τους φόβους και τις φοβίες των αναμνήσεων…

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

«Ψύλλοι στ’ αυτιά» του Ζωρζ Φεντώ στο Θέατρο «Μουσούρη»


      
    Εύστοχα ο Πέτρος Φιλιππίδης επιλέγει την έγκριτη, ανθεκτική στον χρόνο και με πολλές θεατρικές αρετές μετάφραση του Μίνωος Βολανάκη για το ανέβασμα του αγαπημένου και πολυπαιγμένου βωντβίλ «Ψύλλοι στ’ αυτιά» (« La Puce à loreille », 1907). Χωρίς περικοπές και εξόφθαλμες παρεμβάσεις, η παράσταση στο θέατρο «Μουσούρη» προκρίνει το ύφος και την αισθητική της αστικής και ελαφριάς κωμωδίας πλοκής και πραγματικά δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες παραστάσεις της Comédie Française. Πρόκειται για μια γνώριμη και «παραδοσιακή» εκδοχή ενός αριστοτεχνικού έργου που έχει ξεκάθαρο στόχο: τη διασκέδαση του κοινού. Το θέμα του; Πολύ συνηθισμένο. Η συζυγική απιστία και τα προβλήματα που επιφέρει.

       Η σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη ελέγχει και επιβάλλει έναν ταχύ ρυθμό και κατορθώνει να δημιουργήσει με αρμονία, ευρηματικότητα κι ευστροφία ένα σπιρτόζικο κλίμα δράσεως. Οι καίριοι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, οι επιλογές των κοστουμιών και το λειτουργικό σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ ενδυναμώνουν το φαρσικό στοιχείο και την αισθητική του μπουρλέσκο. Η εκφορά των ρόλων από τους ηθοποιούς στηρίζεται εν πολλοίς στην αισθητική υπερ-φόρτιση με σημεία της καρικατούρας και του σχηματικού παιξίματος. Όλος ο θίασος χειρίζεται ευέλικτα τα στοιχεία της έκπληξης και της ανατροπής των καταστάσεων ώστε να παράγεται αβίαστα το γέλιο στην πλατεία.  
       Ως κύριος Σαντεμπίζ αλλά και ως σωσίας του Πος – αλκοολικός υπάλληλος του «πονηρού» ξενοδοχείου – ο Πέτρος Φιλιππίδης, πηγαίος κωμικός, κινείται με μεγάλη άνεση, μαεστρία και μπρίο. Ο κύριος Φιλιππίδης αποδίδει υποδειγματικά τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά των δύο ρόλων απογειώνοντας τη φάρσα. Η Φαίη Ξυλά και η Μυρτώ Αλικάκη υποστηρίζουν ευθύβολα στους ρόλους τους το υπέρμετρο και την υπερβολή μέσα από γνώριμες παραλεκτικές εκφράσεις που εμπλουτίζουν την κωμική έκφραση. Ομοίως, ο Θανάσης Ευθυμιάδης, ο Θοδωρής Κατσαφάδος και ο Θεόδωρος Ρωμανίδης κατακλύζουν τη σκηνή με έκκεντρες χειρονομίες και μορφασμούς συμβάλλοντας στη δημιουργία της αισθητικής ενός εξπρεσιονιστικού κωμικού παιξίματος. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Σταύρος Σβήγκος εκμεταλλεύεται έξυπνα τον χαρακτήρα του ψευδού και πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα. Τη διανομή συμπληρώνουν με αξιόλογες ερμηνείες ο Θανάσης Πατριαρχέας, ο Χάρης Χιώτης, η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, η Ευγενία Παναγοπούλου, ο Βαγγέλης Κυπαρίσσης και ο Αντώνης Στάμος.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

«Οι Παίκτες» του Γκόγκολ στο Θέατρο «Αλκμήνη»


      

         Στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Νικολάι Γκόγκολ συνυπάρχει η κριτική διάθεση με το χιούμορ, τον λυρισμό και την απογοήτευση. Η διεισδυτική και οξεία ματιά του στα ανθρώπινα ελαττώματα τον καθιέρωσαν ως πατέρα του ρωσικού κριτικού ρεαλισμού. «Οι Παίκτες» (1842) διαδραματίζονται σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης όπου εμφανίζεται ένας έμπειρος χαρτοπαίκτης, ο οποίος έχει αναγάγει τη χαρτοπαιξία σε υψηλή τέχνη απάτης. Η άφιξη και η συνάντησή του με τρεις επίσης σεσημασμένους χαρτοκλέφτες, σηματοδοτεί την έναρξη ενός παιχνιδιού γεμάτου ανταγωνισμούς, συμμαχίες, εκπλήξεις και ανατροπές. 
          Η εκδοχή που προτείνουν ο Μάνος Καβίδας και ο Μανώλης Βαζαίος αποδίδει με ακρίβεια σκηνικής αποκαλύψεως το μικρό ελεεινό πάθος-μικρόβιο της χαρτοπαιξίας και την έρπουσα επικινδυνότητα μιας καθημερινότητας σε παρακμή. Η διασκευή, μέσω της επιλογής συμπύκνωσης των προσώπων, καταδεικνύει με ευκρίνεια το πάθημα του απατεώνα που εξαπατήθηκε, του θύτη που κατέληξε θύμα, του ισχυρού που υποτίμησε τον αντίπαλο, του νικητή που έχασε όλες τις παρτίδες. Η σκηνοθεσία προκρίνει το υπέρμετρο και την υπερβολή ενός καυστικού κωμικού λόγου ο οποίος διατυπώνεται επί σκηνής με ελεγχόμενο ρυθμό ώστε να μην επισκιάζεται το δραματικό υπόβαθρο του έργου. Ο τετραμελής θίασος εμφανίζεται εξαιρετικά δεμένος και ευθυγραμμισμένος με τη σκηνοθετική ανάγνωση που ενθαρρύνει την παραγλωσσική έκφραση και την υπαινικτική της απόδοση. Ο Μανώλης Βαζαίος ερμηνεύει με σκηνική ευελιξία τον Ιχάρεφ αποδίδοντας με ευκρίνεια την εξελικτική πορεία του προσώπου. Ως Στεπάν, ο Νίκος Μαυρουδής δημιουργεί μια αξιοσημείωτη φυσιογνωμία που παραπέμπει στο λούμπεν, αποτυπώνοντας στις εκφράσεις του κώδικες του περιθωρίου και των νόμων του υποκόσμου. Ο Ηλίας Κούτλας υποστηρίζει με συνέπεια τον Σβώχνεφ και ερμηνεύει σε πιο ήπιους τόνους το συγκρουσιακό φάσμα της ενοχής του στο παιχνίδι της απάτης. Πληθωρικός, ευρηματικός, σαρωτικός, θα λέγαμε, ο Ερνέστος Βουτσίνος υποδύεται τον πολυμήχανο υπηρέτη και τις τρεις σκηνικές του «μεταμφιέσεις», κινούμενος επιδέξια και ευεργετικά για τη ροή της παράστασης που κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μπουρλέσκο και την κοινωνική κριτική.