Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

«Το αρχαιότερο επάγγελμα» της Πόλα Βόγκελ στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν (Υπόγειο-Πεσμαζόγλου)


Ελάχιστα έργα της τολμηρής Αμερικανίδας Πόλα Βόγκελ που γεννήθηκε το 1951, έχουν ανέβει στην ελληνική σκηνή. Το 1997, στη Β’ σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, η Θεατρική Εταιρεία «Πράξη» παρουσίασε τη «Δυσδαιμόνα» σε σκηνοθεσία Κοσμά Φοντούκη. Ένα χρόνο αργότερα στο Απλό Θέατρο παίχτηκε το «Πως έμαθα να οδηγώ» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη ενώ το 2005 η θεατρική ομάδα «Όχι παίζουμε» καταπιάστηκε με το έργο «…και το μωρό μας κάνει 7» σε σκηνοθεσία Γιώργου Σαχίνη στο θέατρο Altera Pars.
Το θέατρο της Βόγκελ με γλώσσα πολλές φορές ωμή, ανελέητα σαρκαστική και σκοτεινά ποιητική περιστρέφεται γύρω από καίρια ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας δίνοντας έμφαση στη σεξουαλική ετερότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, τις εναλλακτικές μορφές οικογένειας, τα αδιέξοδα και τον αποκλεισμό ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Μια ζωντανή δραματουργία που συνδιαλέγεται με το σήμερα αποφεύγοντας τον διδακτισμό και την επιβολή της φεμινιστικής ιδεολογίας που η συγγραφέας ασπάζεται. Πίσω από το σκληρό φαίνεσθαι των ηρώων, η τρυφερότητα και το χιούμορ απομακρύνουν προκαταλήψεις και ενοχές για να προβληθούν οι αλήθειες της ανθρώπινης φύσης που ασφυκτιούν επώδυνα στις «ταμπέλες», τα στερεότυπα και τις φοβίες.
Το έργο «Το αρχαιότερο επάγγελμα» («The oldest profession») γραμμένο το 1988, εστιάζει σε θέματα που συχνά αποφεύγουμε και να σκεφτούμε. Η σταδιακή εξαθλίωση των γηρατειών, η προσμονή του θανάτου, η λάμψη που γίνεται στάχτη. Με μια λέξη, η παρακμή. Πέντε γερασμένες πόρνες βλέπουν να μειώνεται η λίστα με τους πελάτες τους καθώς ασθένειες και ανημποριά στοιχειώνουν το κορμί τους ενώ η σαγηνευτική τους υπεροχή και οι αναρίθμητες επιτυχίες τους αποτελούν περασμένα μεγαλεία. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν τη δυσχερή οικονομική τους θέση με πείσμα και περηφάνια προσπαθώντας ενωμένες μέχρι το τέλος. Συνεχίζουν να αφηγούνται τις περιπέτειες τους, δραματικές αλλά και άκρως κωμικές καταστάσεις, ενώ η μία μετά την άλλη εγκαταλείπουν τη σκηνή και δεν επιστρέφουν, υποδηλώνοντας έτσι τον θάνατό τους. Η ανάμνηση είναι η άμυνά τους στη σωματική φθορά και στο πέρασμα του χρόνου, του απόλυτου πρωταγωνιστή.
Αφρίζουσα και σπινθηροβόλα η μετάφραση της Αθηνάς Παραπονιάρη. Η Νικαίτη Κοντούρη διασκεύασε το έργο αναμειγνύοντας στο υλικό της Βόγκελ θραύσματα Τεννεσή Ουίλλιαμς ενώ το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε στις πρόβες. Αυτή η επεξεργασία-συμπλήρωση πιθανόν να απομακρύνεται από το ύφος της συγγραφέως.
Το σκηνοθετικό εύρημα να μεταφερθεί η δράση σε ένα τηλεοπτικό στούντιο δεν αποδεικνύεται εύστοχη επιλογή και δεν κατορθώνει να υποστηριχθεί με συνέπεια. Την ιδέα ακολουθούν ωστόσο τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα που είναι λειτουργικά για τις αλλαγές από τον ένα χώρο στον άλλο ενώ τα κοστούμια σχολιάζουν ιδανικά την κατάσταση των ηρωίδων. Χαρακτηριστικό δρων αντικείμενο της σκηνογραφίας, τα δύο ρολόγια στη μέση της σκηνής που εικονοποιούν τη στατικότητα μέσα από την έλλειψη δεικτών. Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου εστιάζουν εκεί όπου πρέπει τις χρονικές στιγμές και τις συνέπειες της δράσεως.
Πέντε σπουδαίες κυρίες του ελληνικού θεάτρου καταθέτουν την πείρα τους και υποστηρίζουν σθεναρά τις ηρωίδες αφήνοντας η κάθε μια το προσωπικό υποκριτικό της στίγμα. Η Βέρα της Χριστίνας Κουτσουδάκη, η Έντνα της Μαρίας Κωνσταντάρου, η Λίλιαν της Μελίνας Βάμβακα, η Ούρσουλα της Μάρως Κοντού, η οποία για να υποδυθεί την τραβεστί κούρεψε πάρα πολύ κοντά τα μαλλιά της, και η Μέη της Αλίκης Αλεξανδράκη προκαλούν ανόθευτη συγκίνηση. Εξαιρετική η τελευταία σκηνή.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

«Πενήντα Λέξεις» του Μάικλ Γουέλερ σε μετάφραση-σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη στο Θέατρο Βικτώρια



Με πενήντα λέξεις θα μπορούσε κάποιος Εσκιμώος να περιγράψει το χιόνι. Ίσως τόσες έπρεπε να υπάρχουν και για την αγάπη. Μερικές απ’ αυτές μάλιστα δεν θα ήταν καθόλου ευγενικές αφού η αγάπη έχει κι ένα άλλο πρόσωπο. Εκείνο του μίσους.
Η Τζανίν είναι μια πρώην χορεύτρια που εγκατέλειψε την καριέρα της προκειμένου να αφοσιωθεί στο παιδί και τον άντρα της. Όταν κάποια στιγμή αποφασίζει να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της, πιάνει δουλειά σε ένα τμήμα μάρκετινγκ, μια αγχωτική απασχόληση που δεν φαίνεται να την απολαμβάνει ιδιαίτερα. Η μονότονη ζωή της επικεντρωμένη στις ανάγκες της οικογένειας και στις επαγγελματικές υποχρεώσεις έχει απογυμνωθεί από την ουσία της, αποξηραίνοντας ταυτόχρονα τα θετικά της συναισθήματα προς το σύζυγο.
Ο Άνταμ είναι ένας αρχιτέκτονας που συχνά απουσιάζει από το σπίτι καθώς αναλαμβάνει δουλειές εκτός πόλεως στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Κι εκείνος νοιώθει στερημένος από την ουσία της σχέσης του αλλά έχει βρει ένα κωδικό απόλαυσης σε κάποιες σπάνιες, παράνομες αποδράσεις.
Ο εννιάχρονος γιος τους, ιδιαίτερα προσκολλημένος στη μητέρα του και με εύθραυστο ψυχισμό, εκείνο το βράδυ λείπει απ’ το σπίτι για πρώτη φορά, αφού διανυχτερεύει σε ένα ζευγάρι φίλων. Ο Άνταμ κι η Tζανίν ετοιμάζονται να περάσουν επιτέλους μια νύχτα μόνοι τους μετά από πολλά χρόνια.
Ο άντρας θέλει να ξαναζωντανέψει με την ευκαιρία την ερωτική του ζωή με τη γυναίκα του αλλά μια σειρά από λέξεις που απρόβλεπτα προκύπτουν, οδηγούν σε ρήξη η οποία διαρκώς βαθαίνει καθώς αποκαλύπτονται με το πέρασμα της βραδιάς ανομολόγητα απωθημένα, μια κρυμμένη απιστία, πολλές κι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κρυφές σκέψεις που κάνουν το οικοδόμημα του γάμου να τρίζει όταν επιτέλους γίνονται εξομολογήσεις.
Ως το ξημέρωμα τα πάντα ανάμεσα τους έχουν διασαλευτεί και στη θέση της αγάπης κατοικοεδρεύει η ανασφάλεια, η αμφισβήτηση, η μνησικακία. Όταν όμως η παρουσία του παιδιού γίνεται ξανά αισθητή, το ζευγάρι παραμερίζει τις αντιθέσεις του και συμβιβάζεται. Είναι το παιδί που τους εξαναγκάζει να επιστρέψουν ο ένας στον άλλο, είναι η ανάγκη να μην αλλάξουν μια σχέση που ως τώρα τους έχει κάνει να νοιώθουν ασφαλείς ή εν τέλει παρά τις αντιθέσεις τους οι δύο αυτοί άνθρωποι αγαπιούνται έστω κι αν τους είναι δύσκολο πια να το παραδεχτούν;
Ο Μάικλ Γουέλερ γεννήθηκε το 1942, ζει στο Μπρούκλιν και είναι από τους ιδρυτές του πετυχημένου Mentor Project του Cherry Lane Theatre. Το έργο του «Πενήντα Λέξεις» είχε μεγάλη επιτυχία ίσως επειδή αντικατοπτρίζει τα προβλήματα μιας συνηθισμένης σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους που μπορείς να συναντήσεις σε οποιαδήποτε γωνιά της γης, σε κάθε πόλη του κόσμου και που χρόνια τώρα ακόμα κι αν γίνονται αισθητά δεν έχουν βρει τις λύσεις τους.
Το έργο δεν δίνει κάποια απάντηση, θέτει μόνο βασανιστικά ερωτήματα. Απηχεί τον προβληματισμό μιας γενιάς που δεν ήρθε αντιμέτωπη ούτε με το δράμα ούτε με το θαύμα κι εξαναγκάστηκε να μεταθέσει την ουσία της ύπαρξης από την διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου στην δημιουργία ενός εσώκλειστου περιβάλλοντος το οποίο αν και υποσχέθηκε να είναι καταφύγιο τελικά κατέληξε ένα αιματηρό πεδίο μάχης.
Ο Γιώργος Παλούμπης που υπογράφει τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία, έστησε μια παράσταση με δυνατούς και έντονους ρυθμούς, επιμένοντας στην αλήθεια του σκηνικού συμβάντος και στην ανάδειξη των αντιθέσεων μέσα από ρεαλιστικές δυναμικές. Ο σκηνοθέτης χειρίστηκε το παραστασιακό υλικό με έντεχνες παρεμβάσεις που διχοτόμησαν το λόγο και ανέδειξαν τα κρυμμένα του νοήματα. Κυρίως τη ρήξη μέσα από σχεδόν αδιόρατες ρωγμές οι οποίες προετοίμασαν την τελική σύρραξη και την συμβιβαστική της διευθέτηση μέσα από μια απρόσκοπτη ροή της δράσης. Ο κύριος Παλούμπης οργάνωσε τις σκηνικές εντάσεις με διαύγεια έτσι ώστε να φανερωθεί στο έπακρο η εσωτερική δυναμική τους και να αξιοποιηθεί εξ ίσου η απογυμνωμένη από την καθημερινότητα, κρίσιμη αντιπαράθεση των ηρώων.
Ο Γιώργος Λυντζέρης έστησε ένα σκηνικό σε δύο επίπεδα, το οποίο ανέδειξε τους νεκρούς χρόνους και εξέθεσε τις λεπτομέρειες των σκηνικών συμβάντων, προεκτείνοντας τη δράση σε διαφορετικούς χώρους με καθαρές σημειολογικές υπομνήσεις.
Ο Βασίλης Κλωτσοτήρας ενορχήστρωσε τους φωτισμούς του με διακριτικότητα αλλά και συνέπεια ως προς τα δρώμενα, υποβάλλοντας τις διαφορετικές ατμόσφαιρες και ενισχύοντας τις ανατροπές.
Η έμπειρη Μαρία Τσιμά υποδύθηκε τη Τζανίν με κινησιολογική ευχέρεια και υποκριτική άνεση προσδίδοντας στην σκηνική της παρουσία βάθος και ερμηνευτική ποιότητα.
Εξ ίσου αξιόλογος ο Χρήστος Σαπουντζής ενσάρκωσε τον σύζυγο (Άνταμ) με αληθοφάνεια, ενδυναμώνοντας έντεχνα τις προεκτάσεις του χαρακτήρα και εναρμονίζοντας τις δυναμικές του ρόλου με τις αντιθέσεις του.
Οι δύο ηθοποιοί αποκαλύπτουν οδυνηρά το εσωτερικό τοπίο των κρυμμένων αντιφάσεων των ηρώων και καταλύουν τους αμυντικούς τους μηχανισμούς με υποκριτική ευελιξία.
Μια ενδιαφέρουσα παράσταση της φετινής σαιζόν που κέρδισε το ενδιαφέρον του κοινού και πυροδότησε έντονες συζητήσεις.

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

«Οι Εξόριστοι» του Τζέιμς Τζόις από την Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί στο Από Μηχανής Θέατρο



«Τραυμάτισα την ψυχή μου για σένα. Ένα βαθύ τραύμα αμφιβολίας που δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Δεν θα μάθω ποτέ, ποτέ. Και δεν θέλω να ξέρω, ούτε να πιστεύω. Δεν με νοιάζει. Δεν σε ποθώ μέσα στη σκοτεινιά της πίστης. Αλλά μέσα στο παλλόμενο, αγωνιώδες τραύμα της αμφιβολίας. Το μόνο που ζήτησα με πάθος – να σε κρατώ χωρίς δεσμά, ούτε καν του έρωτα, να ενώνουμε τα σώματά μας, τις ψυχές μας μέσα σε απόλυτη γύμνια.»



(Απόσπασμα από το τέλος της τρίτης πράξης)



«Οι Εξόριστοι» (1918), το μοναδικό θεατρικό έργο του Άγγλου συγγραφέα Τζέιμς Τζόις (1882-1941) διαδραματίζονται στα προάστια του Δουβλίνου, Μέριον και Ράνελα, το καλοκαίρι του 1912. Επιστρέφοντας από εννιάχρονη αυτοεξορία στη Ρώμη, ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Ρούαν με τη γυναίκα του Βέρθα και το μικρό τους γιο Άρτσι θα επανασυνδεθούν με παλιούς γνώριμους. Το δημοσιογράφο Ρόμπερτ Χαντ και την ξαδέλφη του, δασκάλα μουσικής Βεατρίκη Τζάστις. Η έμπιστη φίλη, στα χρόνια της απουσίας, διατηρούσε αλληλογραφία με το Ρίτσαρντ και μοιραζόταν τις αγωνίες της δημιουργίας του. Στη νέα συνάντηση παραμένει στα πρόθυρα μιας ανεπίδοτης ομολογίας, προτιμώντας τη θέση της μούσας από τις οδύνες μιας ερωμένης, επιλογή που εξυπηρετεί το Ρίτσαρντ, ο οποίος εξουσιάζει έτσι το σώμα της Βέρθας και το πνεύμα της Βεατρίκης.


Τα πράγματα θα περιπλεχθούν επικίνδυνα όταν ο Ρόμπερτ διεκδικήσει εκ νέου τη Βέρθα (τον είχε απορρίψει στο παρελθόν) χρησιμοποιώντας με ιδιοτελή τρόπο την ειλικρινή φιλία που τρέφει στον Ρίτσαρντ, ο οποίος υπήρξε πνευματικό του πρότυπο. Η Βέρθα δεν θα κρατήσει κρυφό το ερωτικό παιχνίδι κρατώντας διαρκώς ενήμερο τον άνδρα της για τις εξελίξεις και προσδοκώντας ότι θα διεκδικήσει την απόλυτη αφοσίωσή της. Εκείνος αρνείται να απαγορεύσει το παραμικρό, τους αφήνει ελεύθερους και αδιαφορεί για το αν τελικά η σύζυγός του ενέδωσε στον πόθο του Ρόμπερτ.


Ένα σκηνικό δοκίμιο για τον έρωτα που ολοκληρώνεται με τη θυσία του σεξουαλικού πόθου στον βωμό της αμφιβολίας. Η σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη ανέδειξε τη δυναμική των μηνυμάτων του λόγου φέρνοντας τα πρόσωπα διαρκώς αντιμέτωπα. Γύρω από τα διάφανα παραπετάσματα στον άδειο σκηνικό χώρο του Γιώργου Πάτσα που επιμελείται και τα κοστούμια, μετακινούνται πολυθρόνες και στοιχειώδη αντικείμενα της δράσης παράγοντας σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, πολλαπλά σημαινόμενα.


Ως Ρίτσαρντ, ο Άκις Βλουτής καταθέτει μια σύνθετη ερμηνεία και εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση του ήρωα. Στο ρόλο της Βεατρίκης η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου αποκαλύπτει με κινήσεις ακρίβειας τις πτυχές του χαρακτήρα. Η Ίρις Χατζηαντωνίου ως Βέρθα αξιοποιεί αποτελεσματικά τα εκφραστικά της μέσα και το αποτέλεσμα τη δικαιώνει. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος υποστηρίζει επάξια το ρόλο του Ρόμπερτ. Η Τασία Σοφιανίδου κατορθώνει να δώσει εύρος στο μικρό ρόλο της γριάς υπηρέτριας Μπριγκίτα. Τον Άρτσι υποδύονται εναλλάξ τα παιδιά Ηλίας Βλάχος και Χρήστος Λιώλης.


Στο υποδειγματικό πρόγραμμα-βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη, θα βρει κανείς ολόκληρη τη μετάφραση του έργου την οποία υπογράφουν από κοινού η Ρούλα Πατεράκη και ο Αντώνης Γαλέος και ένα πλήθος κειμένων- μελετών γύρω από το έργο του Τζόις.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

«Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα από τη Θεατρική Εταιρία «Πράξη» στο Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας»



Στο ζοφερό ποιητικό σύμπαν του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 – 1936), ο έρωτας προσλαμβάνει σκοτεινές αποχρώσεις της στέρησης και φέρει μέσα του τον ίδιον τον σπόρο της ακύρωσής του. «Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» (1936), έργο ηφαιστειακών και μητριαρχικών παθών και συγκρούσεων, στροβιλίζεται γύρω από τα όρια της ατομικής ελευθερίας και των τυραννικών προκαταλήψεων.
Οι θυγατέρες της αυταρχικής Μπερνάρντα έρχονται αντιμέτωπες με τα κοινωνικά ταμπού και την άκαμπτη παραδοσιακή ηθική που αγνοεί προκλητικά τις ανάγκες της νεότητας. Βυθισμένες στο πένθος από την απώλεια του πατέρα θα υποχρεωθούν να ζήσουν έγκλειστες στην οικία τους και ν’ ακολουθήσουν κατά γράμμα τις αυστηρές ηθικές υποδείξεις της χήρας, η οποία τις ακυρώνει κάθε ελπίδα να γευτούν τον έρωτα, την ώρα που η φύση το υπαγορεύει επιτακτικά.
Αυτόν τον πολύκλωνο βρόχο της στέρησης που τόσο οι κοινωνικές συμβάσεις όσο και ο δεσποτικός χαρακτήρας της μητέρας έχουν κατεργαστεί, καταπνίγοντας το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των ερωτικών πόθων των γυναικών, η Αδέλα, η μικρότερη κόρη του σπιτιού, τον κόβει απότομα συναντώντας παράνομα τον αρραβωνιαστικό της πρωτότοκης. Ο Πέπε Ρομάνο, δεν εμφανίζεται καθόλου στη διάρκεια του έργου αλλά διεγείρει τις κόρες που, επειδή αδυνατούν να εναντιωθούν στους περιορισμούς της τυραννικής μητέρας, αλληλοσπαράζονται με ανταγωνισμούς, λογομαχίες, κατηγορίες και φαρμακερά υπονοούμενα.
Η άνομη εγκυμοσύνη θα προκαλέσει ολέθρια καταστροφή και η Μπερνάρντα με τυφλή προσήλωση στην επιφανειακή τάξη των καταστάσεων που νομίζει ότι ορίζει απόλυτα, θα βάλει την τιμή, την ηθική ορθότητα και τη γνώμη του κοινωνικού περίγυρου ακόμα και πάνω από τον θάνατο ενώ το όνομά της παραπέμπει τραγικά στο λευκό, αγνό και άσπιλο.
Ο Στάθης Λιβαθινός συγκέντρωσε σημαντικές δυνάμεις της παλιάς και της νέας γενιάς ηθοποιών. Με τις αναγνωρίσιμες σκηνοθετικές εμμονές του έπλασε εικόνες, οι οποίες προβάλλουν το θεμέλιο λίθο του ρεαλισμού της καθημερινότητας στον καθρέφτη των μεταπτώσεων από την ευφορία στην παροδική πίκρα, που αποπνέει η παραίτηση από βασικές χαρές του βίου. Παραδείγματα ο εναρκτήριος μονόλογος της Πόνσια με το λουκάνικο (στην παράσταση έχουν αφαιρεθεί οι ρόλοι της Προυδένσια, των υπηρετριών, της ζητιάνας, των μαυροφορεμένων γυναικών και τα λόγια τους έχουν μοιραστεί στα υπόλοιπα πρόσωπα), οι σκηνές με τους κουβάδες νερό και το πλύσιμο των ασπρόρουχων, οι προσευχές στα λατινικά και οι διαπληκτισμοί των κοριτσιών. Ο κύριος Λιβαθινός ψηλαφεί τις μικρές πληγές των ηρώων του ποιητή της Γρανάδας εστιάζοντας κάθε φορά την προσοχή του θεατή στη δεσπόζουσα δέσμη περιστατικών που στοιχειωθετούν τη συμπεριφορά των προσώπων. Η σκηνοθετική οπτική του συνοψίζεται στην τήρηση του μέτρου και του ρυθμού της δράσεως και του λόγου.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ελένη Μανωλοπούλου παραπέμπει συμβολικά στον θάνατο και δεν ακολουθεί τις υποδείξεις των σκηνικών οδηγιών. Με άλλα λόγια, δεν παρουσιάζει την επίπλωση του εσωτερικού χώρου του σπιτιού με τα αντικείμενα που περιγράφονται αλλά «ντύνει» τους τοίχους με λουλούδινο επίστρωμα μεταφορικών και μετωνυμικών σημάνσεων. Μοναδικό δρων αντικείμενο της σκηνογραφίας η δεξαμενή στο κέντρο της σκηνής που θα γεμίσει σταδιακά νερό στις σκηνές με τους κουβάδες, και οι πολλαπλές χρήσεις της. Τα καλαίσθητα κοστούμια της κυρίας Μανωλοπούλου υποστηρίζουν το σχήμα του πένθους και τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου εστιάζουν στις χρονικές στιγμές που αποκαλύπτονται τα απομεινάρια των συναισθημάτων ενώ η μουσική του Τηλέμαχου Μούσα προϊδεάζει την εξέλιξη της δράσης.
Η Μπέττυ Αρβανίτη δε δυσκολεύεται ν’ αντλήσει στοιχεία από την υποκριτική της υφολογία για ν’ αποδώσει τη δυναστευτική φιγούρα της Μπερνάρντα καταθέτοντας μια αξιόλογη ερμηνεία.
Η γκροτέσκο εμφάνιση της Σμαράγδας Σμυρναίου, η οποία υποδύεται τη Μαρία Χοσέφα, τη στοιχειωμένης ψυχή του σπιτιού που εκστομίζει με την ελευθερία του ακαταλόγιστου όλα όσα πνίγουν τις ανύπαντρες θυγατέρες, δεν έπεσε στην υπερβολή και αποδόθηκε με μέτρο.
Η Τζίνη Παπαδοπούλου στο ρόλο της Ανγκούστιας τονίζει πολυσημειακά το χαρακτήρα, επιτυγχάνοντας έτσι να τον αποκαλύψει στο θεατή σε διαφορετικές εκφάνσεις.
Η Γωγώ Μπρέμπου ως Μαγδαλένα ανταποκρίνεται με άνεση στις απαιτήσεις του ρόλου της.
Η Αμέλια της Εκάβης Ντούμα και η Μαρτύριο της Κόρας Καρβούνη αποπνέουν μια έρπουσα διάθεση ακυρώσεως των ενεργειακών δυνάμεων των ρόλων, εστιάζοντας την υπόδυσή τους στην ενδοσκόπηση και στο κλείσιμο σ’ ένα περίγραμμα σχηματοποιήσεως.
Η Λουκία Μιχαλοπούλου ερμηνεύει εξελικτικά και με αισθαντική θηλυκότητα την Αδέλα.
Η Ανέζα Παπαδοπούλου ως Πόνσια κινείται ξεκάθαρα στην ενσάρκωση του χαρακτήρα, εμφανίζοντας και κάποια διάθεση σχολιασμού του ρόλου.
Στο πρόγραμμα της παράστασης που επιμελείται ο θεατρολόγος Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, υπάρχει ολόκληρη η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, κείμενα γύρω από τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, έγκυρη αλλά όχι εξαντλητική ελληνική παραστασιογραφία, φωτογραφικό υλικό και τα βιογραφικά των συντελεστών.
Στο σύνολό της, μια αξιόλογη παράσταση που συστήνεται ανεπιφύλακτα στους σταθερούς αναγνώστες της στήλης.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

«Άννα, είπα!» του Παναγιώτη Μέντη στο θέατρο «Στοά» σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου


Με μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, άνοιξε την αυλαία του το θέατρο Στοά ξαναπαρουσιάζοντας το έργο του Παναγιώτη Μέντη «Άννα, είπα!» και εγκαινιάζοντας έτσι δυναμικά την εορταστική περίοδο αφιερωμένη στα σαράντα χρόνια της συνεχούς και αδιάλειπτης λειτουργίας του.
Το εξαιρετικό αυτό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο ίδιο θέατρο το 1996, καταξιώνοντας τον συγγραφέα ενώ η Λήδα Πρωτοψάλτη έλαβε το 1997 το Βραβείο Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για την ερμηνεία της.
Πρόκειται για την εξονυχιστική διερεύνηση του εσωτερικού ψυχισμού μιας γυναίκας που τελειώνει τις μέρες της στο ψυχιατρείο. Η ζωή της είναι στοιχειωμένη από την καταπιεστική παρουσία της δυναστευτικής μητέρας της με την οποία έχει δεθεί μέσα από μια ψυχωτική σχέση αγάπης και μίσους.
Η Άννα, η ηρωίδα του έργου έχει παρακολουθήσει, σχεδόν χωρίς να συμμετέχει, τη ζωή της να καταστρέφεται μέσα από την τυραννική εξουσία της μητέρας της η οποία στοχεύοντας στην αποκατάστασή της, την οδηγεί διαρκώς σε λάθος κινήσεις, καταπιέζοντας τις παρορμήσεις της και τιθασεύοντας με διαρκείς, παράλογες νουθεσίες, τα όνειρά της.
Τώρα στη δύση της ζωής της, βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις φαντασιώσεις της, ζώντας καθημερινά τις σκηνές αυτής της επώδυνης σχέσης που αφύπνισε το γονίδιο της σχιζοφρένειας οδηγώντας την, με διασαλεμένες τις φρένες στην εσχατιά ενός ψυχιατρείου.
Ο πατέρας, πρόσωπο τραγικό κι ενοχικό, διαταραγμένος κι ο ίδιος ψυχικά, μη έχοντας καταφέρει να στηρίξει τη γυναίκα του η οποία ανέλαβε όλες τις ευθύνες του σπιτιού με εξ ίσου ανυπολόγιστο κόστος, διατηρεί ωστόσο μια τρυφερή σχέση με την κόρη του χωρίς να μπορεί και να την διασώσει από το καθημερινό της μαρτύριο.
Η Άννα είναι η τραγική φιγούρα που εκπροσωπεί πολλές γυναίκες παγιδευμένες από τις οικογένειές τους σ’ ένα μέλλον χωρίς προοπτικές, καταδικασμένες να βιώσουν την ίδια καταπίεση που καθόρισε την παιδική τους ηλικία και ως ενήλικες, αντικαθιστώντας την μητρική ή πατρική εξουσία με την συζυγική κι αγγίζοντας την παράνοια σαν την μοναδική λύση για να αντέξουν μια τρομακτικά βίαιη πραγματικότητα.
Στο έργο του, ο Παναγιώτης Μέντης αποκαλύπτει με ευκρίνεια και αφηγηματική διαύγεια τις αποχρώσεις του διαταραγμένου ψυχισμού της ηρωίδας και τις πτυχές της πολύπλευρης εμπειρίας της χρησιμοποιώντας μια άμεση ζεστή και δυναμική γλώσσα, στήνοντας λιτούς, περιεκτικούς κι αποκαλυπτικούς διαλόγους, ζωντανεύοντας στιβαρούς χαρακτήρες. Και κυρίως επιτυγχάνοντας μια γοργή ροή δράσης με διαρκείς μετακινήσεις από το παρελθόν στο παρόν οι οποίες γεφυρώνονται μέσα από συναισθηματικές εκρήξεις, από τα συγγενή ερεθίσματα της καθημερινότητας κι από τα επώδυνα παιχνίδια μιας πληγωμένης μνήμης.
Η παράσταση
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου έστησε μια υποδειγματική παράσταση αντιμετωπίζοντας με μια νέα οπτική την παλιά του επιτυχία και αποδεικνύοντας πόσο έχει εξελιχθεί η σκηνοθετική του ματιά όλα αυτά τα χρόνια. Χρησιμοποίησε δύο ηθοποιούς για την ερμηνεία του ρόλου της μητέρας, σε κάποιες σκηνές ακόμα και τρεις, μετατρέποντας έτσι τις καθημερινές στιγμές της οικογενειακής ζωής της ηρωίδας και τα στιγμιότυπα της σχέσης της με την μητέρα της σε ένα εφιαλτικό τελετουργικό, εναρμονισμένο στην σχιζοφρενική της ψυχοσύνθεση και προσδίδοντας ακραία ένταση στο δραματουργικό υλικό για την ανάδειξή του στο έπακρο.
Αξιοποίησε το λειτουργικό σκηνικό της Αφροδίτης Κουτσουδάκη με σκηνοθετικές και φωτιστικές παρεμβάσεις που το μεταποιούσαν διαρκώς από κατοικία σε κλινική, ενώ ταυτόχρονα παρέμενε αναλλοίωτο, οριοθετώντας έτσι τα οικεία τοπία της ηρωίδας και μεταδίδοντας την κοινή αίσθηση ανάμεσα στους δύο χώρους εγκλεισμού μιας γυναίκας καταδικασμένης σε δια βίου φυλάκιση.
Να σημειώσουμε εδώ πως ο ίδιος υπογράφει τους εξαιρετικούς φωτισμούς οι οποίοι αποτελούν μέρος και της σκηνικής αλλά και της σκηνοθετικής οπτικής ενώ αναδεικνύουν κάθε απόχρωση του εσωτερικού τοπίου της ηρωίδας και των πολλαπλών επιπέδων της εμπειρίας της.
Η κινησιολογία σωστά ενορχηστρωμένη, αποδίδει τις εντάσεις στην κόψη και ενισχύει τις διαρκώς εκκρεμείς συνθήκες.
Τα κοστούμια ενισχύουν τους χαρακτήρες με κορυφαίους τους δύο πανομοιότυπους ενδυματολογικούς κώδικες της μητέρας στην διπλή παρουσία της, οι οποίοι αποκτούν μια συμβολική διάσταση.
Για την συγκλονιστική εμφάνιση της Λήδας Πρωτοψάλτη θα μπορούσε κανείς να πει πολλά. Η παλαίμαχη ηθοποιός βρίσκεται στο στοιχείο της και ενσαρκώνει τον ρόλο της με τέτοια πιστότητα και ήθος ώστε η ερμηνεία της να αποτελεί μια συναρπαστική εμπειρία για το κοινό. Με απλότητα και αυθεντικότητα αποδίδει όλες τις εσωτερικές μεταπτώσεις της ηρωίδας και τις διαφορετικές απόψεις του καταπιεσμένου αλλά και πολύπλευρου ψυχισμού της.
Η Ευδοκία Σουβατζή κι η Νίκη Χαντζίδου στον διπλό ρόλο της μάνας λειτουργούν μέσα από έναν αβίαστο συγχρονισμό, συμπληρώνοντας την προσωπικότητα της καταπιεστικής αλλά και καταπιεσμένης γυναίκας με απόλυτα συντονισμένες τις ερμηνευτικές δυναμικές τους σ’ ένα δύσκολο σκηνοθετικό εγχείρημα.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου στο ρόλο του πατέρα μας προσφέρει μία ακόμα θαυμάσια ερμηνεία ενσαρκώνοντας τον αντιφατικό αυτό χαρακτήρα με τρυφερότητα, ερμηνευτικό βάθος κι υποκριτική άνεση.
Η Βασιλική Ορκοπούλου στο ρόλο της νοσοκόμας αποδίδει με αληθοφάνεια και πιστότητα τον δευτερεύοντα αλλά σημαντικό για τις μεταβάσεις από το παρελθόν στο παρόν, χαρακτήρα.
Η Εύα Καμινάρη πλάθει μια υπέροχη νευρωτική Μπάρμπαρα και μια στιβαρή, αυθεντική Μπέμπα. Στους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες η άξια ηθοποιός δεν καταφεύγει σε σχηματικές ερμηνείες αλλά εμβαθύνει στις ψυχοσυνθέσεις των ηρωίδων, αξιοποιώντας θαυμάσια δύο ρόλους-κλειδιά για το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα της Άννας.
Θαυμάσια η ηχητική κάλυψη της παράστασης με τις εξωπραγματικές φωνές, τις κλειδαριές που ηχούν μεγεθυμένες υποβάλλοντας την αίσθηση εγκλεισμού και τους κεραυνούς της έναρξης που ενισχύουν τις ψυχικές εντάσεις.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

«Αχαρνείς» του Αριστοφάνη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη


Οι «Αχαρνείς», τρίτη κατά σειρά, μετά τους «Δαιταλείς» και τους «Βαβυλωνίους», αλλά πρώτη σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, ανέβηκε στα Λήναια του 425 π.Χ. Ο εικοσάχρονος ποιητής παραδίδει ένα τολμηρό και ευρηματικό έργο εκφράζοντας τον ουτοπικό πόθο του για την ειρήνη και την κάθαρση της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Δικαιόπολις, απελπισμένος από την αδιέξοδη πολιτική του πολέμου, αποφασίζει και συνάπτει ατομική ειρήνη με τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Η πράξη του αυτή τον καθιστά αρχικά ύποπτο στους εχθρούς και εχθρό στους φίλους αλλά γρήγορα προσεταιρίζει τους Μενιδιάτες, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να παρουσιάζονται φιλέκδικοι και φιλοπόλεμοι. Η συμβολική εκπλήρωση της ουτοπίας και του πόθου επιτρέπει στον Αριστοφάνη να σηματοδοτήσει την απόσταση του ανέφικτου και του εφικτού, της ματαιότητας και της ελπίδας, της φαντασίας και της πραγματικότητας.
Σαν μουσική κωμωδία παρουσίασε το έργο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστές τον πληθωρικό Σταμάτη Κραουνάκη που υπογράφει φυσικά και την μουσική, τον παλαίμαχο Κώστα Βουτσά σε μεγάλα κέφια και τον Γρηγόρη Βαλτινό σε μια απ’ τις καλύτερες ερμηνείες του.
Το θέαμα, ένας συνδυασμός πολλών και διαφορετικών ερεθισμάτων αντλημένων από χώρους που δεν συναρμόζουν απαραίτητα, αποτελεί μια αποθέωση σκηνικής παράνοιας. Στοιχεία εμπνευσμένα από διαφημίσεις, μνήμες από το ιστορικό παρελθόν της χώρας μας, θραύσματα από ελληνικές ταινίες, συνθήματα που απηχούν τις σεξουαλικές μας συνήθειες και την απόκρυφη ανατομία μας ζευγαρωμένα με χιουμοριστικές αναφορές στην επικείμενη οικονομική κρίση δημιουργούν ένα μωσαϊκό δράσεων που εμβολίζουν το έργο και διευρύνουν τη σκηνοθετική γραμμή, αναδεικνύοντας διαρκώς το πλουραλιστικό ταπεραμέντο του Σταμάτη Κραουνάκη ο οποίος με αφορμή τον Αριστοφάνη άδειασε επί σκηνής τους ασκούς της έμπνευσής του, αποτυπώνοντας τη σφραγίδα του στην παράσταση.
Με αφετηρία και άξονα τον ρόλο του Δικαιόπολι, οι ήρωες της αριστοφανικής κωμωδίας ενεργοποιούν μηχανισμούς έκρηξης σε όλα τα επίπεδα υπονομεύοντας τους εαυτούς τους, τον πόλεμο, την ηθική, την φιλοπατρία, την εξουσία, τις δράσεις, την σκηνική ισορροπία, ακόμα και το ίδιο το έργο, με εργαλείο το ανατρεπτικό ενίοτε αυθάδες χιούμορ κι αποτέλεσμα, ένα αχαλίνωτο ξεφάντωμα.
Ο ήρωας που αποφασίζει να έρθει σε σύγκρουση με την φιλοπόλεμη τάση της εξουσίας όχι μόνο από αγάπη στην ειρήνη αλλά και για να εξασφαλίσει τις απολαύσεις του βίου του, ανακηρύσσει τον εαυτό του ηγέτη ενός μικρού, ηδονόχαρου βασιλείου ενώ αποτελεί στην παράσταση αυτή το alter ego του πρωταγωνιστή που τον ενσαρκώνει με αβίαστο πάθος και ακαταπόνητη έμπνευση αναδεικνύοντας σε τέτοιο βαθμό την ύπαρξή του ώστε να εξαφανίζει σχεδόν κάθε άλλη δυναμική.
Έτσι όταν απομακρύνει κανείς την ομίχλη των άφθονων ευρημάτων έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια την ανθρώπινη φύση σε ένα καθαρά αριστοφανικό πεδίο προβληματισμού και τα αποκεκαλυμμένα κίνητρα των αντιπάλων δυνάμεων προδίδουν την κοινή τους εγωπαθή φύση που επιδιώκει μία από τις πολλαπλές εκδοχές του προσωπικού κέρδους φθείροντας ανεπανόρθωτα τη συλλογικότητα και προκαλώντας έτσι τον επόμενο πόλεμο.
Στην αιχμή πολέμου και γιορτής κινείται άλλωστε η παράσταση ώστε εμπαίζοντας την τραγική συγκυρία μέσα από το κωμικό εύρημα, να την αποδυναμώσει. Και ιδανικά ο κύριος Κραουνάκης ως ένας σύγχρονος Δικαιόπολις επέβαλλε στο έργο και την παράσταση το δικό του επείγον ζητούμενο. Την αδιάλειπτη προβολή του.
Έξοχος στο ρόλο του Μεγαρίτη ο Κώστας Βουτσάς αναδεικνύει το σκοτεινό πρόσωπο της λαϊκότητας, ξεπουλώντας έμψυχα και άψυχα στο βωμό του κέρδους και φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με την δική μας ευθύνη απέναντι στο ξέσπασμα της όχι μόνο οικονομικής αλλά και κοινωνικής κρίσης.
Ο εξαιρετικός Λάμαχος του Γρηγόρη Βαλτινού ανέδειξε πτυχές του ρόλου ανεκμετάλλευτες όπως την αναγκαιότητα της ύπαρξής του και την συμβολική διάσταση της φιλοπόλεμης φύσης του.
Δεν κατάλαβα γιατί ο Ευριπίδης του Γιάννη Σιαμσιάρη παραπέμπει στη γνωστή τραγουδίστρια Μαρινέλλα. Πάντως η συνολική του εμφάνιση προκαλεί άφθονο γέλιο.
Στην αισθητική περιπλανώμενου θιάσου παραπέμπει το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, τα κοστούμια επιμελείται η Έρση Δρίνη, τις ζωηρές χορογραφίες ο Φωκάς Ευαγγελινός και τους καλοσχεδιασμένους φωτισμούς υπογράφει η Ελευθερία Ντεκώ.
Ο χορός (Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Θεοδώρα Βουτσά, Νίκος Καπέλιος, Θανάσης Καραθανάσης, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Κοντός, Νίκος Μαγδαληνός, Χρήστος Μουστάκας, Πάολα Μυλωνά, Τατιάνα Μύρκου, Χρήστος Νίνης, Χρίστος Νταρακτσής, Νίκος Ορτετζάτος, Βασίλης Παπαγεωργίου, Γιάννης Σιαμσιάρης, Μιχάλης Σιώνας, Πολυξένη Σπυροπούλου, Εύα Σωφρονίδου, Νίκος Τουρνάκης, Αλέξανδρος Τσακίρης, Γιάννης Χαρίσης, Κωνσταντίνος Χατζησάββας, Παρθένα Χοροζίδου) συνεισφέρει δυναμικά στο εκρηκτικό πνεύμα της παράστασης που καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.
Ενδιαφέρον το πρόγραμμα της παραστάσεις με κείμενα στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών. Στο σκηνοθετικό σημείωμα του Σωτήρη Χατζάκη διαβάζουμε μεταξύ άλλων : «Μια αίσθηση μετεωρισμού απομένει στο μεθεόρτιο τοπίο, ένα κοινό αίσθημα θολό και ζαλισμένο, όπως το παιδί του τέλους, με το μικρό βεγγαλικό του παγωτού και το πλαστικό σημαιάκι στα αμήχανα χέρια του. Και πάνω ψηλά στα πλακάτ της παράβασης ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λαμπράκης, με το ανεξίτηλο σήμα της ειρήνης. Φωτεινά μετέωρα, κεράκια εφημερίας, που κρατούν αναμμένο τον πολυέλαιο του Έθνους. Λίγο πιο κάτω στα χώματα, συμπλεκόμενοι και διαπλεκόμενοι τραγικοί zanni μιας real politik, Βουλευτάκια της φακής, διαχειριστές της μπίζνας, του μεγάλου χρέους, Ελλάδα, Duty Free, αποικία».

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

«Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν σε συμπαραγωγή με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου



Συνεχίζοντας για τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα την αριστοφανική περιπλάνηση στη σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή, σειρά έχει το Θέατρο Τέχνης που παρουσιάζει σε συνεργασία με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου, τον «Πλούτο», το τελευταίο απ’ τα σωζόμενα έργα του μεγάλου κωμωδιογράφου, γραμμένο το 338 π.Χ. Με την οικονομική βέβαια κρίση που διανύουμε στις μέρες μας και τα σκληρά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, μάλλον για φτώχεια και ανεργία πρέπει να κάνουμε λόγο. Έτσι ο τίτλος της παράστασης, θέλοντας να σχολιάσει την επίκαιρη κατάσταση στη χώρα έγινε «Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» παραπέμποντας σ’ ένα κρίσιμο παιχνίδι αναμέτρησης, την ώρα που ανακοινώνεται το τελικό αποτέλεσμα.
Άλλωστε σαν ένα παιχνίδι βλέπει και η σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου την ιστορία του τυφλού Πλούτου που βρίσκει το φως του για ν’ ακολουθεί πιστά μόνο τους δίκαιους και ενάρετους ανθρώπους. Ένα ομαδικό παιχνίδι που στήνουν θεατρίνοι του δρόμου. Ένα διδακτικό παραμύθι που θέλει να μας αφηγηθεί μια παρέα παιδιών. Από το ρυθμικό τραγούδι της έναρξης «Ποιο έργο να διαλέξουμε;» σε στίχους Μαριαννίνας Κριεζή και μουσική Χρήστου Λεοντή, (τραγούδι από την παράσταση του «Πλούτου» το 1994 σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Μίμη Κουγιουμτζή) η σκηνοθεσία του κυρίου Χρονόπουλου δίνει το στίγμα της παράστασης.
Οι ασπρόμαυροι κύβοι του σκηνικού του Πάρη Μέξη, ένας σωρός από καταναλωτικά αγαθά που σχηματίζει πυραμίδα, παραπέμπουν μαζί με τα υπερβολικά πολύχρωμα κοστούμια στην αισθητική του παιδικού θεάτρου.
Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, στην κορυφή του λόφου θα εγκατασταθεί η σικάτα ντυμένη Πενία της Κάτιας Γέρου και θα εποπτεύει σε όλη τη διάρκεια του έργου όσα γίνονται και λέγονται σχολιάζοντας αιχμηρά. Σαν τον δικαστή που στέκεται στα υψηλά έδρανα και ανακρίνει τους μάρτυρες. Μια τέτοια εικόνα ήρθε στο νου μου και ενισχύθηκε από τη χρήση μικροφώνων στον αγώνα λόγων Πενίας-Χρεμύλου.
Αν εξαιρέσουμε την όψη της καθισμένης στην κορυφή του λόφου Πενίας που κρατά ανοιχτή μια ομπρέλα, θεωρώ ότι δεν θα βρούμε άλλα κοινά στοιχεία με την Ουίνι από τις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ όπως διάβασα σε κριτικά σημειώματα. Η ηρωίδα του Ιρλανδού δραματουργού μιλώντας μια γλώσσα καθημερινή, ελλειπτική και παραληρηματική, αγγίζει το μεταφυσικό ερώτημα αν ο άνθρωπος έχει προορισμό ή βρίσκεται τυχαία ριγμένος σ’ ένα σύμπαν ακατανόητο.
Η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη αναδεικνύει την ποιητικότητα του λόγου του Αριστοφάνη, που σ’ αυτή την κωμωδία έχει ελαττώσει αισθητά τη βωμολοχία. Ο κύριος Βαρβέρης δίνει έμφαση στη ρίμα, στο ρυθμό και στο εύηχο άκουσμα, ενώ δε λείπουν οι γνωστές εμμονικές σφήνες αγγλικών και γαλλικών φράσεων, που συναντάμε συχνά και στις θεατρικές κριτικές του.
Η χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου ευθυγραμμίζεται με τις προθέσεις της σκηνοθεσίας και εκτελείται με δύναμη και ενάργεια από τους ηθοποιούς. Σύμμαχοι στη χαρά και τη μαγεία του παιχνιδιού οι ζωηροί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και οι εξαίσιες μελωδίες του Χρήστου Λεοντή. Η διδασκαλία των τραγουδιών έγινε από τη Μαρίνα Χρονοπούλου.
Η Πενία της Κάτιας Γέρου δεν αποδίδεται με σχηματικούς όρους και δεν καταφεύγει στην εικονογράφηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η κυρία Γέρου δίνει έμφαση στην «καθαρή» εκφώνηση του καταχωρημένου ποσού λόγου και υπογραμμίζει με τις εκφραστικές εναλλαγές της, τη σημασία του.
Η Μάνια Παπαδημητρίου υποδύεται τον Καρίωνα, τον τετραπέρατο δούλο του Χρεμύλου. Η κυρία Παπαδημητρίου μεταμορφώνεται κυριολεκτικά και πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα να φανερώνουν διαρκώς νέες δυνατότητες.
Στη γνώριμη υποκριτική του υφολογία, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς αναμετριέται ξανά επιτυχώς με το ρόλο του Χρεμύλου.
Ως Βλεψίδημος, ο Κώστας Βελέντζας ανταποκρίνεται επαρκώς ενώ ως Ιερέας διανθίζει με περισσότερα κωμικά ευρήματα το ρόλο του.
Απολαυστικά αστεία φιγούρα ο Δίκαιος του Κώστα Καπελώνη. Ο Λευτέρης Λουκαδής στο ρόλο του Συκοφάντη, φτιάχνει τον τύπο του βαρύ και ασήκωτου μάγκα εμπλουτίζοντας τον με πολλά στοιχεία.
Εύστοχα κάποιες ερμηνείες στρέφονται στο σχήμα, στους γρήγορους ρυθμούς, στην υπερβολή ή και στην αισθητική που παράγει το καρτούν. Χάρμα η γλωσσού γυναίκα της Αναστασίας Γεωργοπούλου. Ξεκαρδιστικά αστεία η σεξομανής γριά του Βασίλη Λέμπερου.
Η φιγούρα του Νέου που υποδύεται ο Αλέξανδρος Πέρρος παίζοντας σαξόφωνο, ξεπροβάλλει με τον αέρα ενός διάσημου σταρ. Ο κύριος Πέρρος διακωμωδεί στο έπακρον τη συμπεριφορά του τεκνού που ξεφραγκιάζει στην κυριολεξία την ελαφρόμυαλη γεροντοκόρη.
Ο Θοδωρής Αντωνιάδης στο ρόλο του Ερμή, σατιρίζει τον ήρωα που υποδύεται σημειώνοντας μια πολύ επιτυχημένη εμφάνιση.
Στο χορό λαμβάνουν μέρος επίσης οι νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί : Ηλεάννα Μπάλλα, Μαρία Κόμη-Παπαγιαννάκη, Πανάγος Ιωακείμ, Βένια Σταματιάδη, Νίκος-Ορέστης Χανιωτάκης, Ορφέας Χατζηδημητρίου, Θάλεια Γρίβα, Πάρις Θωμόπουλος και Γεράσιμος Σκαφίδας.
Άφησα τελευταίο τον πρωταγωνιστή. Ο Πλούτος του Δημήτρη Λιγνάδη έχει την αθωότητα του παιδιού που χάθηκε στο πάρκο. Στο «πειραγμένο» φινάλε, η Πενία μέσα από το μονόλογο της, κατορθώνει να γύρει τη ζυγαριά προς το μέρος της και το ανυπόμονο κοινό του ανοιχτού θεάτρου του Αττικού Άλσους, που παρακολούθησα την παράσταση, ξεσπά σε επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Με υπαινικτική χειρονομία ο κύριος Λιγνάδης, ως γιατρεμένος πλέον Πλούτος, διακόπτει την αυθόρμητη εκδήλωση του κοινού, ξαναφορά τα γυαλιά του τυφλού και αρχίζει πάλι το γνώριμο περπάτημα του ανάπηρου…….