Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

«Ο Θαυματοποιός» του Μπράιαν Φρίελ στο Θέατρο «Μπέλλος»


 

     Το θεατρικό έργο «Ο Θαυματοποιός» (1979) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του Ιρλανδού δραματουργού Μπράιαν Φρίελ (1929-2015), ο οποίος διερεύνησε συστηματικά στα κείμενά του τη σχέση μνήμης, ταυτότητας, γλώσσας και ιστορικής αλήθειας. Εδώ, ο Φρίελ οικοδομεί μια ιδιότυπη δομή, όπου η αφήγηση υποκαθιστά τη δράση και η μνήμη μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης. Τέσσερα μέρη, τρεις φωνές – του Φρανκ, της Γκρέης και του Τέντυ – συνθέτουν ένα πολυφωνικό σύστημα εξομολογήσεων, στο οποίο τα ίδια γεγονότα ανακαλούνται, ανασυντίθενται και αλληλοαναιρούνται.

     Η απουσία διαλογικής επικοινωνίας δεν συνιστά απλώς μορφολογική επιλογή. Αποκαλύπτει την αδυναμία των προσώπων να συναντηθούν πραγματικά, ακόμη κι όταν μοιράζονται την ίδια ιστορία. Ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής καλείται να αναζητήσει την αλήθεια που διαρκώς διαφεύγει.

     Μέσα από την τεχνική των «αναξιόπιστων» μονολόγων, ο Φρίελ αποδομεί την αντικειμενικότητα της μαρτυρίας και αναδεικνύει τη μνήμη ως επιλεκτική κατασκευή, μηχανισμό αυτοπροστασίας αλλά και επινόησης μιας ανεκτής εκδοχής του παρελθόντος. Ο Φρανκ, περιπλανώμενος θεραπευτής, ακροβατεί ανάμεσα στην πίστη και την απάτη, στο χάρισμα και την αυταπάτη, στην ανάγκη να θεραπεύσει τους άλλους και την αδυναμία να θεραπεύσει τον ίδιο του τον εαυτό. Το θαύμα λειτουργεί εν τέλει ως μεταφορά της ανθρώπινης επιθυμίας να υπερνικήσει τη φθορά, τη μοναξιά και την απώλεια.

     Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η αδυναμία επικοινωνίας. Τρεις άνθρωποι έχουν εγκλωβιστεί σε διαφορετικές εκδοχές ενός κοινού παρελθόντος. Ο τελευταίος μονόλογος του Φρανκ, που αποτελεί το τέταρτο μέρος, ολοκληρώνει έναν κυκλικό μηχανισμό χωρίς να οδηγεί σε λύτρωση. Ίσως, τελικά, το μοναδικό θαύμα να είναι η ίδια η αφήγηση, η ύστατη απόπειρα του ανθρώπου να επινοήσει νόημα εκεί όπου η πραγματικότητα έχει ήδη συντελέσει την καταστροφή.




     Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ διακρίνεται για την ακρίβειά της, αν και σε ορισμένα σημεία φέρει μια γλωσσική ακαμψία για τα σύγχρονα σκηνικά δεδομένα. Η σκηνοθεσία του Θανάση Δόβρη ενδυναμώνει τη θεατρικότητα, προσδίδοντας στο κείμενο ρυθμικό παλμό και αμεσότητα. Με απλά υλικά και άφθονο χιούμορ, δίνοντας έμφαση στη διαδραστική σχέση με το κοινό, η παράσταση σχολιάζει αιχμηρά τον ίδιο τον μηχανισμό κατασκευής του θεάματος. Καταργεί τη βολική απόσταση σκηνής και πλατείας καθώς εξετάζει την πίστη ως σχέση συνενοχής μεταξύ εκείνου που προσφέρει το θέαμα και εκείνου που επιθυμεί να το πιστέψει. Άλλωστε, το θέατρο, όπως και το θαύμα, δεν υπάρχει χωρίς τον μάρτυρά του. Χρειάζεται πάντοτε κάποιον πρόθυμο να πιστέψει στο αδύνατο.

     Το σκηνικό της Αλέγιας Παπαγεωργίου, που αποκαλύπτεται σταδιακά, συμπυκνώνει μετωνυμικά χώρους του θεάματος παραπέμποντας σε καμαρίνι, λαϊκό πανηγύρι, θάλαμο ψευδαισθήσεων. Η «παρακμιακή» λάμψη των κοστουμιών της Παπαγεωργίου φέρει τα σημάδια της περιπλάνησης και λειτουργεί ως προέκταση της κάθε σκηνικής περσόνας που μοιάζει να ενδύεται την ίδια της την ανάγκη να γίνει πιστευτή.

     Οι φωτισμοί του Χρήστου Δούρου δημιουργούν με τις κεχριμπαρένιες αποχρώσεις τους την ψευδαίσθηση του θαύματος και εκθέτουν τον εύθραυστο χαρακτήρα του μηχανισμού του. Σημαντική η συμβολή της μουσικής σύνθεσης του Panú (Παναγιώτη Μανουηλίδη): ένα αυτοτελές ηχητικό περιβάλλον, το οποίο αρθρώνει όσα οι λέξεις αδυνατούν να ομολογήσουν. Ο αρχέγονος ήχος της γκάιντας μετατρέπει την περιπλάνηση σε τελετουργική εμπειρία.




     Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης ενσαρκώνει τον Φρανκ με αυτοσχεδιαστική διάθεση, έντονη αλλά όχι πάντα ελεγχόμενη εξωστρέφεια που απογειώνει το κωμικό στοιχείο φωτίζοντας την αγοραία περσόνα του θαυματοποιού. Ο Τριανταφυλλίδης αναδεικνύει τη ρητορική δεινότητα, τον ναρκισσισμό, την επιδεικτική αυτοπεποίθηση αλλά και την ανασφάλεια του Φρανκ που αναζητά απεγνωσμένα την επιβεβαίωση του χαρίσματός του.

     Η Νικόλ Δημητρακοπούλου κερδίζει εξαρχής την προσοχή με την ευρηματική και άκρως θεαματική είσοδό της: η Γκρέης εμφανίζεται μέσα από ένα μπαούλο, σαν να ξεπηδά από το εσωτερικό ενός ταχυδακτυλουργικού τεχνάσματος. Η εικόνα αποκτά, θα έλεγα, συμβολική διάσταση. Η γυναίκα ανασύρεται από τις αποσκευές μιας κοινής ζωής που δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει σταθερό προορισμό. Η ερμηνεία της Δημητρακοπούλου διατηρεί εκφραστική συνέπεια στην ταλάντωση της Γκρέης ανάμεσα στην αφοσίωση, την πικρία και την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού.

     Την παράσταση «κλέβει» κυριολεκτικά ο Ευάγγελος Βογιατζής στον ρόλο του Τέντυ, με το πληθωρικό του ταπεραμέντο και την αξιοσημείωτη ερμηνευτική του ευελιξία. Ο Τέντυ, ο άνθρωπος των παρασκηνίων, ο οργανωτής και διαχειριστής του θαύματος, αποτελεί μια ιδιότυπη γέφυρα ανάμεσα στη μαγεία του θεάματος και την πεζότητα της επιβίωσης. Με το χιούμορ και την αφοπλιστική του εξωστρέφεια, ο Βογιατζής αποδίδει την κωμική διάσταση του προσώπου, χωρίς να παραγνωρίζει τις υπόγειες ρωγμές του. Το στιγμιότυπο της καταμέτρησης χαρτονομισμάτων όπως και όλη η τελευταία σκηνή της παράστασης αποτελούν δυνατές εικόνες που αφήνουν το βλέμμα του θεατή αντιμέτωπο με την πικρή απογύμνωση του θαύματος.