Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2007

Η επανάσταση της εκδίκησης


«…Καμία λογοτεχνία δεν μπορεί να ξεπεράσει σε κυνισμό την πραγματική ζωή» Άντον Τσέχωφ

Ο πολυτάλαντος Τόρστεν Μπούχσταϊνερ, ηθοποιός και σεναριογράφος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αμβούργο όπου σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Καλών Τεχνών. Για τις δουλειές του έχει τιμηθεί με βραβεία και διακρίσεις. Τα θεατρικά έργα του : «Παίκτες», «Πεθαίνοντας στη Γερμανία», «Τάγκο Σόλο» και «Νορντόστ» ανεβαίνουν με επιτυχία σε διάφορες χώρες του κόσμου.

Ένα σύγχρονο πολιτικό κείμενο
Ζούμε σε μια εποχή που η τρομοκρατία έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας μας (Δίδυμοι Πύργοι, Μετρό Λονδίνου και Μαδρίτης κτλ). Παρακολουθούμε τα γεγονότα καθισμένοι από τον καναπέ της τηλεόρασης. Μέσα από τη δυναμική του θεατρικού λόγου ερχόμαστε σε πιο άμεση επαφή με την πραγματικότητα και καλούμαστε να προβληματιστούμε γύρω από ζητήματα που δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους. Το έργο «Νορντόστ» αναφέρεται στην τραγική βραδιά της 23ης Οκτωβρίου 2002 –και στα όσα ακολούθησαν- στο θέατρο Ντούμπροβκα της Μόσχας όπου 850 άτομα παρακολουθούσαν το μιούζικαλ «Νορντόστ» όταν Τσετσένοι αυτονομιστές κατέλαβαν το χώρο κρατώντας ομήρους τους θεατές. Το θεατρικό έργο στηρίζεται στις μαρτυρίες τριών γυναικών. Τα γεγονότα ξετυλίγονται λεπτό προς λεπτό μέσα από δυνατές αφηγήσεις σε παρόντα χρόνο. Η Ζούρα, «μαύρη χήρα», Τσετσένα παρασκευάστρια, η Ταμάρα, μια Λετονή γιατρός και η Όλγα, Ρωσίδα λογίστρια, καταθέτουν η καθεμιά από τη δική της σκοπιά όλα όσα διαδραματίστηκαν παρεμβάλλοντας προσωπικές στιγμές με ευαισθησία, πόνο και οδύνη. Μέσα από την αλήθεια των σπαραχτικών εξομολογήσεων τα πρόσωπα γίνονται τρομερά οικεία προς εμάς σε μια παράσταση που συνενώνει σκηνή και πλατεία.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Χατζόπουλου κράτησε μια απόσταση από το δράμα για να μη γίνει αβάσταχτη η διήγηση. Μόνο σε κάποιες στιγμές κορύφωσης, οι ηρωίδες ξεσπούν. Οι εναλλαγές των σύντομων μονολόγων παραπέμπουν στις εξαγγελτικές ρήσεις αγγελιοφόρων της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Το σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη παρουσιάζει στο βάθος της σκηνής ένα μέρος από το εσωτερικό του μεγάλου θεάτρου με σειρές από κόκκινα καθίσματα των θεατών, αλλά η δράση περιορίστηκε σε τρεις καρέκλες που διαρκώς μετακινούνται στο κέντρο της σκηνής. Δεξιά και αριστερά φωτεινές επιγραφές συμπυκνώνουν σε τίτλους όλα όσα εξιστορούν αναλυτικά οι αυτόπτες μάρτυρες. Υποβλητική η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και καίριοι οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου που φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα. Συγκινητικές ερμηνείες από τις Μάνια Παπαδημητρίου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και Σοφία Σεϊρλή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Νορντόστ» του Τόρστεν Μπούχσταϊνερ
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια : Μαγιού Τρικεριώτη
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μάνια Παπαδημητρίου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και Σοφία Σεϊρλή

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ – ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ
Πεσματζόγλου 5, τηλ. 210 32 28 706
Σάββατο 18.00, Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Teatro, lo tuyo es puro teatro...







Ατμόσφαιρα καμπαρέ, πιάνο, κόκκινα υφάσματα στρας, αστραφτερά μπιζού, κραγιόν, καθρεφτάκια, γόβες, καπνοί, ποτά, έντονα ζωηρά χρώματα της δισκομπάλας, χαμηλοί αισθησιακοί φωτισμοί, intermezzo musicale από ταινίες του Almadovar και στο κέντρο της σκηνής ένα ψυγείο που αναγράφει με σπρέι …«Fuck you». Εύστοχη η επιλογή της Esther Andre Gonzalez να μεταφέρει τη δράση σ’ ένα τέτοιο χώρο όπου διεξάγεται ένα παιχνίδι ατέρμονων μεταμφιέσεων και εναλλαγών ρόλων. Δύσκολα καταφέρνει να μεταφέρει κανείς στο χαρτί τις απίστευτες και παράλογες καταστάσεις που βιώνουν οι παγιδευμένοι ήρωες στον κλειστοφοβικό, αδιέξοδο, underground μικρόκοσμο του Copi. Σκληρό, αλλοπρόσαλλο, απρόβλεπτο κείμενο που καταργεί τις σκηνικές συμβάσεις και δεν ακολουθεί λογική αλληλουχία στην εξέλιξη της δράσης καθώς ανά λεπτό τα δεδομένα αναιρούνται, ανατρέπονται ή αλλάζουν ύφος. Στοιχεία υπέρμετρα, αντιθετικά και ακραία. Παραληρηματικός λόγος, αδιανόητα κυνικό και αλαζονικό χιούμορ, ονειρική φαντασίωση, «αντι-ποίηση», μια τραγωδία μεταμφιεσμένη σε βωντβίλ.
Την ημέρα των πεντηκοστών γενεθλίων του, ο/η Α. δέχεται ως δώρο από τη μητέρα του ένα ψυγείο. Τραβεστί, πρώην πετυχημένο μανεκέν, έχει κλειστεί στο σπίτι και συγγράφει τ’ απομνημονεύματα του! Βιάζεται από το σοφέρ και σύζυγο της θυρωρού του, συνομιλεί με το Χιούγκ που θέλει ν’ ανοίξει γκέι μπουτίκ στην Αυστραλία, λιποθυμάει από τον αιθέρα που της ρίχνει ένας άγνωστος επιχειρώντας να τη ληστέψει, διαπραγματεύεται με τον εκδότη της στο τηλέφωνο τους όρους για να βγει το βιβλίο της, ένας σκύλος διακόπτει την επικοινωνία, η υπηρέτρια Γολιάθα ξεφωνίζει κάνοντας μάθημα σολφέζ και κάνει θρύψαλα τις πανάκριβες πορσελάνες όταν απολύεται από την κυρία της. Στη συνέχεια, η Α. δέχεται την επίσκεψη της εκκεντρικής ψυχιάτρου Φρόιντ, ενώ λίγο αργότερα καταφθάνει η μητέρα της που εκστομίζει αλήθειες που σοκάρουν, εκβιάζει χρήματα από το παιδί της για να πληρώσει τα γραμμάτια του νεαρού μαύρου ζιγκολό της και με αναίδεια απαιτεί να πάρει τη δόση της κοκαΐνης της. Το αποκορύφωμα είναι όταν η Α. ερωτεύεται έναν αρουραίο πρόσφυγα με γαλάζια μάτια που έχει εγκατασταθεί με την πολυμελής οικογένεια του στην ντουλάπα! Τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν στο τρομακτικό, αντι-συμβατικό, άσεμνο σύμπαν του Copi. Αντικείμενα και άνθρωποι πεθαίνουν, σκοτώνονται και ανασταίνονται.
Αξίζει να δείτε την υποκριτική ευχέρεια του Γιάννη Στεφόπουλο ν’ αλλάζει φωνές και πρόσωπα, το συγκινητικό γλυκόπικρο χιούμορ και την εκφραστικότητα του Δημήτρη Οικονομίδη και τη φωνητική δεινότητα του Γιάννη Φίλια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ψυγείο» του Copi
Από τη θεατρική ομάδα «Ακροβάτες του ονείρου»
Μετάφραση : Δημήτρης Οικονομίδης
Σκηνοθεσία : Esther Andre Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Βοηθός Σκηνογράφου : Δημήτρης Πλατανάκης
Μουσική : Ορέστης Καμπερίδης
Φωτισμοί : Αλέξης Πηλός
Στους ρόλους του/της Α. και της μητέρας : Δημήτρης Οικονομίδης
Στους ρόλους της Γολιάθας, του ντέντεκτιβ και τις φωνές του εκδότη, της δοκτορέσας Φρόιντ και της μητέρας : Γιάννης Στεφόπουλος
Χορός-Τραγούδι : Γιάννης Φίλιας

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΕΙΑ-ΑΝΩ ΧΩΡΟΣ
Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλ. Βικτώριας, τηλ. 210 82 10 991
Από 23 Οκτωβρίου έως 19 Δεκεμβρίου
Κάθε Τρίτη και Τετάρτη 21. 00

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Η Δύναμη της συγχώρεσης


Στο θέατρο Εξαρχείων συνεχίζονται για δεύτερη χρονιά οι παραστάσεις του ψυχολογικού θρίλερ της Βρετανίδας Bryony Lavery, «Καυτός Πάγος» («Frozen») που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1998 στο «Birmingham Repertory Theatre» και από τότε παίζεται με επιτυχία σε όλο τον κόσμο.
Ο Ράλφ, ένας παιδόφιλος συναισθηματικά και εγκεφαλικά ανάπηρος εξ αιτίας της συστηματικής κακοποίησης που υπέστη σε νεαρή ηλικία, έχει διαπράξει εφτά εγκλήματα. Στην ιστορία που παρακολουθούμε, διασταυρώνονται οι μοίρες τριών προσώπων φαινομενικά αγνώστων μεταξύ τους, με αφετηρία την απαγωγή και δολοφονία της δεκάχρονης Ρόνας, το πτώμα της οποίας θα βρεθεί χρόνια αργότερα οδηγώντας στη σύλληψη και καταδίκη του δράστη. Μέσα από την αποσπασματική αφηγηματική γραφή και τις εναλλαγές δυνατών μονολόγων των τριάντα δύο γρήγορων εικόνων, αναδύεται μια αισιόδοξη στάση ζωής. Η μητέρα του κοριτσιού, Νάνσυ, αντιμέτωπη με την πιο αποτρόπαιη πράξη, βρίσκει τη δύναμη ν’ αποβάλλει το μίσος και να συγχωρήσει το δολοφόνο του παιδιού της. Η διάσημη ψυχίατρος, Αγκνέτα, που μόλις έχασε τον εραστή της, αναλαμβάνει την περίπτωση του Ραλφ, που εντάσσεται στο πεδίο της επιστημονικής της έρευνας. Επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ανακάλυψη βαθύτερων αιτιών της εγκληματικής συμπεριφοράς και μέσα από εκτεταμένες επιστημονικές μελέτες, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει αυτούσια επί σκηνής, επιχειρεί να εξερευνήσει τις συνέπειες που προκαλεί η κακοποίηση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και κατ’ επέκταση στη διαμόρφωση της ψυχοσωματικής υπόστασης.
Λιτό, γυμνό, αφαιρετικό το σκηνικό που έστησε η Εύα Μανιδάκη, που μαζί με τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, διαμορφώνουν ένα ψυχρό χώρο στον οποίο μετακινούνται νοητά οι ήρωες από την αυλή του σπιτιού, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στην αίθουσα συνεδρίων, στο απρόσωπο κελί της φυλακής. Ο Τάκης Βουτέρης ενσαρκώνει τη σκοτεινή φιγούρα του Ράλφ αποφεύγοντας εντέχνως τις τυποποιημένες φόρμες, φωτίζοντας με δεινότητα τις αντιφατικές πλευρές ενός ψυχικά διαταραγμένου προσώπου και κατορθώνει διανθίζοντας την ερμηνεία του με χιούμορ και τρυφερότητα, να μην προκαλεί απέχθεια. Σπαραχτική αλλά με μέτρο και ισορροπία στο δύσκολο ρόλο της μάνας η Αννίτα Δεκαβάλλα ενώ η Ανθή Ανδρεοπούλου χειρίζεται επιδέξια την ισορροπητική δομή που εκφράζει η ηρωίδα που υποδύεται.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη "καθένα από τα τρία πρόσωπα στήνει με μονόλογο το δικό του παγόβουνο σχηματίζοντας την τριαδική υπόσταση του «Πάγου». Ο Ραλφ, κακοποιημένος σεξουαλικά από τον πατέρα του σε τρυφερή ηλικία, παγιδεύεται στο δικό του προσωπικό σύστημα αντίληψης υπακούοντας στα θεμελιώδη αξιώματα της ιδιαίτερης ψυχοπαθολογίας του που υπαγορεύεται από την έλλειψη συνειδητοποίησης των συνεπειών των εγκληματικών πράξεών του, τη συναισθηματική ανεπάρκεια, την ασταθή συμπεριφορά και την ιδεοψυχαναγκαστική εμμονή σε θέματα τάξης. Η τελευταία μάλιστα είναι το εξωτερικό περίβλημα από το οποίο ντύνεται η ψυχοπαθολογία του. Η γλώσσα του, ευθυγραμμισμένη πλήρως με το παλιμπαιδιστικό και ψυχαναγκαστικό ύφος που παράγουν η παιδική αφέλεια και η «ευταξία» του, διανθισμένη με την κυνική ωμότητα των ειδεχθών πράξεων και με μηχανιστικές επαναληπτικές κινήσεις (τικ), αποδίδει τις πιο λεπτές και ευαίσθητες αποχρώσεις του «Πάγου». Η μητέρα, οργανικά δεμένη με τον ομφάλιο λώρο της χρονικής στιγμής του αποτρόπαιου θανάτου της κόρης της, εγκλωβίζεται στο αίσθημα του πόνου και του μίσους και αποκόπτεται συνειδητά από τη συνέχιση της ζωής. Η γλώσσα της υπακούει στο θυμικό μέρος της ψυχής της που εκδηλώνεται πότε ωμά και πότε υπαινικτικά. Η ψυχίατρος υψώνει το δικό της παγωμένο τείχος και περιορίζεται στα στενά στεγανά του ερευνητικού και επιστημονικού της πεδίου. Η γλώσσα της υπακούει στο επιστημονικό και συνάμα εκλαϊκευτικό ύφος των διαλέξεων.
Το ερμηνευτικό κλειδί της μεταστροφής της ψυχολογίας των προσώπων είναι η μετατροπή του «Πάγου» σε θερμότητα. Η θερμότητα αυτή υπερεκχειλίζει από την αντικατάσταση των δυνάμεων του Κακού από τις δυνάμεις του Καλού και ειδικότερα από τη δύναμη της συγχώρεσης, η οποία ως καθαρτική ουσία συμβάλλει στην αποκατάσταση της ηθικής ισορροπίας. Μέσω αποφασιστικών-πλην απότομων όμως-αλληλεπιδράσεων των προσώπων-διαλογικών σκηνών που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους μονολόγους- επέρχεται η ατομική κάθαρση του καθενός. Η μητέρα, ύστερα από παρότρυνση της άλλης κόρης της που έχει επιδοθεί στα νάματα της ανατολικής φιλοσοφίας, αποφασίζει να συγχωρήσει τον εγκληματία και να χαράξει νέους δρόμους στη ζωή της αποφορτίζοντας την ψυχρότητα στην οποία είχε καθηλωθεί. Ο παιδόφιλος με τη σειρά του αρχίζει μετά το συναισθηματικό άγγιγμα της μητέρας να συνειδητοποιεί το μέγεθος της πράξης του δημιουργώντας τύψεις και εμφανίζοντας ενοχλήσεις στην καρδιά ώσπου εκτοξεύει το συσσωρευμένο για χρόνια πόνο του, διαμορφώνοντας μια πρωτοφανή συναισθηματική νοημοσύνη που, επειδή ο ίδιος δεν έχει την πείρα να διαχειριστεί, τον οδηγεί στην αυτοκτονία, στην προσωπική του λύτρωση. Η ψυχίατρος, ύστερα από την ανάδειξη του προσωπικού δράματος της μοιχείας και της απώλειας του αγαπημένου της προσώπου, αρχίζει να χτίζει περισσότερο το στοιχείο της ανθρώπινης επαφής της με τον εγκληματία και με βάση τη θεωρία της για την κοινωνική φύση του εγκλήματος αρχίζει να τον βλέπει με περισσότερη επιείκεια και συγκατάβαση. Ωστόσο, μετά το τραγικό τέλος του Ραλφ, προσανατολίζεται με αισιοδοξία στην αντιμετώπιση του δικού της πάθους.

Η συγγραφέας αντιτίθεται στην κοινοτοπία του Απόλυτου Κακού προβάλλοντας το συσχετισμό του με το Καλό. Ο συσχετισμός αυτός έρχεται να επιβεβαιώσει την πίστη της σχετικά με τη φύση εκείνης της εγκληματικής συμπεριφοράς, της οποίας το υπόβαθρο είναι ψυχολογικό και όχι γενετικό. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Ραλφ. Η σωματική κακοποίηση που υπέστη δημιούργησε παθολογικές αλλαγές στην εγκεφαλική του υποδομή, ανεξέλεγκτες από τον ίδιο και υπεύθυνες για την εγκληματική του δράση. Ο φόνος ήταν για αυτόν το μόνο μέσο για να εξωτερικεύσει το συναισθηματικό κενό που του προκάλεσε η οικογενειακή βία. Αντίβαρο αυτού του φαύλου κύκλου της βίας είναι το πρόσωπο της Μάνας που με την πράξη της συγχώρεσης και την έκφραση Αγάπης προς το παιδί της, αναδεικνύει την εξοικείωση του Ραλφ με έναν στερημένο μέχρι τώρα συναισθηματικό κόσμο, τη συναίσθηση του σφάλματός του και την εξωτερίκευση του πόνου του με τραγική απόληξη το μοιραίο τέλος. Ο καταλυτικός χαρακτήρας της συγχώρεσης και η προσπάθεια κατανόησης παραμελημένων ή άγνωστων πτυχών της εγκληματικής συμπεριφοράς μετατοπίζουν την ευθύνη από το θύτη στους κοινωνικούς ιστούς της κακοποίησης. Επιστήμη (λογική-ψυχίατρος) και θύμα (συναίσθημα-μητέρα) συνωμοτούν ενάντια σ’ ένα παγωμένο κοινωνικό σύστημα υποκρισίας που «βιάζει» διαρκώς τα παιδιά του (ψυχοπαθολογία-θύτης). Ο προσωπικός λοιπόν αγώνας για την υπέρβαση του πόνου, «το λιώσιμο του πάγου» επιτυγχάνεται μόνο όταν απομακρύνεται από τα συμβατικά κοινωνικά πρότυπα για να ανακαλύψει εκείνους τους φωτεινούς οδοδείκτες που είναι απαραίτητοι για της συνέχιση της ζωής. Η ζωή δεν έχει τίποτ’ άλλο να κάνει από το να μιμηθεί αυτήν την υπερβατική, τολμηρή και συνάμα αληθινή θεατρική τέχνη. Θα τα καταφέρει ; Η απάντηση επί της σκηνής"


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Καυτός Πάγος» της Bryony Lavery («Frozen»)
Μετάφραση : Αννίτα Δεκαβάλλα
Σκηνοθεσία : Τάκης Βουτέρης
Σκηνικά-Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Μουσική : Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός Σκηνογράφου : Βάσια Λύρη
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Ανθή Ανδρεοπούλου, Αννίτα Δεκαβάλλα και Τάκης Βουτέρης

ΘΕΑΤΡΟ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ
Θεμιστοκλέους 69, Εξάρχεια, τηλ. 210 33 00 879
Τετάρτη-Κυριακή 19.00, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007

Γυναικείο ελιξίριο


Συνεχίζονται για δεύτερη σαιζόν οι παραστάσεις του έργου της Αργεντινής Esther Vilar «Ζήλια σε τρία φαξ», μια πικρόχολη κωμωδία πάνω σ’ ένα παράδοξο συναίσθημα που μπορεί να μεταμορφωθεί από πηγή πόνου σε ηδονή. Με σπουδές στην ιατρική, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, η συγγραφέας δοκιμίων, διηγημάτων και θεατρικών έργων («Η Αμερικάνα πάπισσα», «Η εκπαίδευση των αγγέλων», «Το χαμόγελο του Μπαρακούντα», «Τραγούδι αγάπης για ένα ανήσυχο άνδρα», «Το κουνούπι», «Ο γείτονας των Ρότσιλντ», «Η στρατηγική της πεταλούδας», «Η οργάνωση μιας εκδίκησης», «Τσάι στο Ρίτσμαν» και «Σπέερ») καταπιάνεται συστηματικά με ζητήματα που εστιάζουν στις σχέσεις των δυο φύλλων και ιδιαίτερα στη γυναικεία ψυχολογία.
Σε μια πολυκατοικία, τρεις γυναίκες που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν έχουν συναντηθεί ποτέ ανταλλάζουν πυρετωδώς φαξ διεκδικώντας τον ίδιο άνδρα. Η πενηντάρα Ελέν, σύζυγος του Λάζλο, συνδιαλέγεται γραπτώς με τις ερωμένες του, Γιάννα, τριάντα πέντε χρονών και Ίρις, είκοσι δύο χρονών. Αποκαλύψεις, συμβουλές, συνομωσίες, βρισιές και απειλές! Ειρωνεία και καυστικό χιούμορ περιβάλλει ένα φαύλο κύκλο εναλλαγής συναισθημάτων που οδηγεί από την ευτυχία της γοητείας στην απελπισία της μοναξιάς.
Επί σκηνής οι ηρωίδες, εκπρόσωποι τριών διαφορετικών γενεών, σε μια καθαρά γυναικεία υπόθεση, εκφέρουν μακρόσυρτους μονολόγους μέσα από τους οποίους εκφράζουν διεξοδικά τις απόψεις τους γύρω από τη ζωή, τις ερωτικές σχέσεις και τον τρόπο αντιμετώπισης των δυσκολιών που ορθώνονται μπροστά τους. Η μια παρεμβαίνει και συμπληρώνει τα λόγια της άλλης καθώς διαβάζουν φωναχτά τα 63 φαξ που στέλνουν, γεγονός που ζωηρεύει την επιστολική αυτή αλληλογραφία δίνοντας μια αίσθηση διαλογικότητας, στοιχείο απαραίτητο για τη θεατρική πράξη. Οι τρεις γυναίκες συνομιλούν σαν να βρίσκονται η μια απέναντι στην άλλη και η πλοκή εξελίσσεται αβίαστα.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «στη θεατρική σκηνή αποτυπώνεται μια έμμεση μορφή επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικής ανταλλαγής μηνυμάτων (fax) η σκηνική σύμβαση της οποίας παραπέμπει σε άμεση μορφή διαπροσωπικής επαφής. Αυτή η φαινομενική αμεσότητα εξασφαλίζεται από τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται μέσα από την προβολή της κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης των μηνυμάτων των τριών γυναικών. Σ’ αυτό το σημείο, αποτελεί ευρηματικό το γεγονός ότι η μια γυναίκα ακούει, διαβάζει ή συνεχίζει το λόγο της άλλης, το μήνυμα του οποίου μεταφέρεται ακόμη και με τη χρήση παραγλωσσικών στοιχείων. Έτσι η ζήλια για το ποθητό αντικείμενο, περνώντας από μια διαδικασία γυναικείας αποξένωσης με προοπτικές, ωστόσο, διαμόρφωσης επικοινωνιακών οδών, μεταμορφώνεται σε μια κατάσταση απουσίας της και στη συνέχεια φανταστικής εκζήτησης της (ζήλιας)».
Όσα διαδραματίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου στο γυναικοκρατούμενο μικρόκοσμο της Esther Vilar προκαλούνται από τη διεκδίκηση της αρσενικής φιγούρας του Λάζλο, που στοιχειώνει την ατμόσφαιρα, αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ στη σκηνή. Η απούσα αυτή δομή γίνεται το «τρόπαιο» σε μια αρένα ανταγωνιστικών διαπλοκών, ατέρμονων συγκρούσεων, υπαινικτικών συγκρίσεων, ερωτικών υπονοούμενων, μη-λεχθέντων σκέψεων, απρόσμενων ανατροπών, πρόσκαιρων ενθουσιασμών και απογοητεύσεων. Η γυναικεία φύση, με το θιγμένο εγωισμό της, αρέσκεται να επιδίδεται σ’ αυτό το σχεδόν παιδικό παιχνίδι αλληλεξουδετέρωσης. Η εξάλειψη της αντίζηλης-αντιπάλου, η ύπαρξη όμως της οποίας, κρίνεται απαραίτητη προκειμένου ν’ αναζωπυρωθεί το ερωτικό ενδιαφέρον σε μια σχέση, γίνεται αυτοσκοπός. Οι θέσεις ισχυρού-αδυνάτου, νικητή-ηττημένου είναι παροδικές και διαρκώς εναλλάσσονται ενώ στην τελική έκφανσή του έργου το αποτέλεσμα μοιάζει να μην έχει σχεδόν σημασία.
Η Δήμητρα Αράπογλου ανέδειξε τη θεατρικότητα ενός κάπως στατικού κειμένου και κίνησε τους ήρωες στο λιτό σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε η Αναστασία Αρσένη οργανώνοντας ένα είδος παράλληλης δράσης. Η σκηνή χωρίζεται σε τρία επίπεδα και η κάθε ηρωίδα περιορίζει τις κινήσεις της στο διάστημα που της αναλογεί. Η Μπέττυ Λιβανού (Ελέν) στο ρόλο της ώριμης και κατασταλαγμένης γυναίκας αποδίδει τις λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις μιας απατημένης συζύγου που αντιμετωπίζει το ζήτημα χωρίς υστερικές εξάρσεις και υπερβολές. Η Κατερίνα Λέχου, ως Γιάννα, γοητευτική ύπαρξη αλλά και άγριο θηλυκό, φιλόδοξη και μαχητική, διεκδικεί έντονα αυτό που της ανήκει. Σκληρή και αδιάλλακτη θα συνειδητοποιήσει τον πόνο όταν θα παραγκωνιστεί από την νεότερη βουδίστρια Ίρις που ερμηνεύει η Μαργαρίτα Πανουσοπούλου τονίζοντας την αναθεώρηση των απόψεων στην οποία προβαίνει το πρόσωπο που υποδύεται όταν βιώνει την εγκατάλειψη και απιστία!

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ζήλια σε τρία fax» της Esther Vilar
Μετάφραση : Θαλής Σταθόπουλος
Σκηνοθεσία : Δήμητρα Αράπογλου
Σκηνικά : Αναστασία Αρσένη
Κοστούμια : Μαρία Κοντοδήμα
Φωτισμοί : Σταμάτης Γιαννούλης
Βοηθοί σκηνοθέτη : Χρήστος Καρχαδάκης, Ερμάνδος Σούσης, Άννα Βασιλείου
Επιμέλεια κίνησης γιόγκα : Νταλία Παρθενίου
Κατασκευή σκηνικού : Βασίλης Καταβελάκος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μπέττυ Λιβανού, Κατερίνα Λέχου και Μαργαρίτα Πανουσοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ
Κεφαλληνίας 17 και Κυκλάδων, Κυψέλη, τηλ. 210 82 54 600, 210 86 79 535

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Στον ιστό της αράχνης


Για δεύτερη χρονιά συνεχίζονται οι παραστάσεις του έργου «Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» του Σέρβου Ντούσαν Κοβάτσεβιτς, που παρουσιάζει ο Καλλιτεχνικός οργανισμός «Αλεξάνδρεια» στο θέατρο «Πολιτεία». Στην Ελλάδα, ο Ντούσαν Κοβάτσεβιτς είναι γνωστός ως σεναριογράφος των ταινιών του Εμίρ Κοστουρίτσα : «Underground» και «Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές». Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί στη χώρα μας είναι : «Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκο» από το Εθνικό Θέατρο και «Ο Επαγγελματίας» -μια εφιαλτική πιραντελική σάτιρα της εξουσίας, ένα αμφίρροπο πινγκ-πονγκ αλλαγής ρόλων και εξαρτήσεων- από το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Καλαμάτας, το Κ. Θ. Β. Ε και το Θέατρο Τέχνης.
«Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» είναι μια ιλαροτραγωδία, ένα πολιτικό έργο ενάντια στο προ της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού σύστημα. Η συσσωρευμένη απογοήτευση, η συνειδησιακή εξόντωση και η απελπισία που βιώνουν οι ήρωες φέρνει στο μυαλό μας τις παραλογικές εκφάνσεις του θεατρικού μικρόκοσμου του Σλάβομιρ Μρόζεκ.
Θύμα των συνεπειών ενός διχασμού και προσηλωμένος στη σταλινική ιδεολογία ο Ηλίας Τσβόροβιτς φοβάται ότι θα κατηγορηθεί για συνωμοσία και ασυνέπεια απέναντι στην έννομη τάξη. Ο φόβος μετατρέπεται σταδιακά σε αρρωστημένη εμμονή και παράνοια καθώς ως αυτόκλητος σπιούνος θα παρακολουθήσει στενά και με υπερβάλλοντα ζήλο το νοικάρη και τον περίγυρο του παραμερίζοντας οικογενειακές υποχρεώσεις και προβαίνοντας σε σπατάλες για εξοπλισμό (μαγνητόφωνο, κιάλια, μηχάνημα προβολής διαφανειών) που θα επιστρατεύσει μαζί με το δίδυμο αδελφό του, προκειμένου ν’ αποδείξει την πολιτειακή του χρηστότητα και νομιμότητα. Οι ενέργειές του και ο ασφυκτικός κλοιός που στήνει κυρίως γύρω από τον εαυτό του θέτει σε κίνδυνο την εύθραυστη ψυχοσωματική του υγεία και τον οδηγεί σ’ ένα εφιαλτικό εφ’ όλης της ύλης ξέσπασμα που αδυνατεί να διακρίνει αθώους και φταίχτες. («Εμένα με φυλάκισαν για εκείνο που με ανάγκασαν να πιστεύω…γιατί φώναζα : Ζήτω ο Στάλιν και αδελφική ισότητα μεταξύ των ανθρώπων!»)
Με κινηματογραφική ματιά, η σκηνοθεσία του Νίκου Μπουσδούκου χειρίζεται με δεξιοτεχνία την κορύφωση των εντάσεων, ενώνει σε ισορροπημένες δόσεις το τραγικό με το κωμικό αποφεύγοντας τις ακρότητες και τους μελοδραματισμούς, αναδεικνύει τις μεταπτώσεις της ψυχολογίας των προσώπων ενώ σπέρνει αμφιβολίες για τον αδυσώπητο παραλογισμό κατασκοπείας και υπονόμευσης του υποτιθέμενου εχθρού. Ο εκφραστικός Βασίλης Βλάχος με το διαπεραστικό βλέμμα, στο ρόλο του Ηλία, αφήνει να διατρέξει η αμφιβολία και υπερασπίζεται τη συμπεριφορά του θολωμένου του νου, αναπτύσσοντας διεξοδικά εκτενή επιχειρηματολογία που, ίσως, τον δικαιώνει –ως ένα βαθμό- στα μάτια των θεατών. Στο πλευρό του, η Ουρανία Μπασλή (Ντάνιτσα), φροντίζει ως στοργική μητέρα και σύζυγος την ενότητα της οικογένειας της και ασυνείδητα συμβάλλει στην εξέλιξη των «ανοιχτών λογαριασμών» στην προσπάθεια της να εξισορροπήσει την τεταμένη κατάσταση. Στο ίδιο πνεύμα κινείται ως Σόνια, κόρη του Ηλία, η ταλαντούχα Δώρα Βουκελάτου που θα συνδεθεί με έναν απροσδιόριστης φύσης δεσμό με το νοικάρη Πέτρο Μάρκωφ, που ενσαρκώνει καίρια και με λιτή εκφραστικότητα ο Νίκος Γκεσούλης. Απολαυστική η ερμηνεία του Γιάννη Γλυμακόπουλου στο ρόλο του δίδυμου αδελφού του Ηλία, Τζούρα, που υποστηρίζει με νεύρο και διανθίζει με κωμικά στοιχεία.
Ρέουσα η μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς, εύστοχες οι ενδυματολογικές επιλογές της Ματίνας Φραγκάκη ενώ τα παραδοσιακά τραγούδια της Γιουγκοσλαβίας και οι μουσικές επιλογές της Μάρως Θεοδωράκη παραπέμπουν στο κλίμα της εποχής. Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Λαμπρινή Καρδάρα αποτυπώνει τις εμμονές του ήρωα που κατασκοπεύει τις ζωές των άλλων από το ανοιχτό παράθυρο ενώ τα σκοινιά που κρέμονται γύρω-γύρω από το δωμάτιο διαμορφώνουν το περιβάλλον εγκλεισμού των φυλακών και μαζί με τους καίριους φωτισμούς του Δημήτρη Τσιούμα φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα.
Σύμφωνα με την άποψη του φιλόλογου Κώστα Τσουραπούλη «η εφιαλτική σκιά του μεταβαλλόμενου από το διχασμό Στάλιν-Τίτο (1948) πολιτικού συστήματος με τα κατάλοιπα των μηχανισμών κατασκοπείας και των τραγικών συνεπειών του προσωπικού εγκλωβισμού της φυλακής, που άφησε στο πέρασμά του, λαμβάνει ξανά σάρκα και οστά μετά την ανάκριση που υφίσταται ο ήρωας από τις αρχές σχετικά με τον «ύποπτο» νοικοκύρη του. Οι παράλογοι μηχανισμοί της εξουσίας συμπλέκονται αρμονικά με τους μηχανισμούς ανάκλησής της και με υλικά τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος, δημιουργούν μια εκρηκτική παραλλαγή. Το σύστημα εξουσίας έρχεται και πάλι στο προσκήνιο ενσταλάζοντας στην ψυχή του Ηλία εμμονές και διαμορφώνει σταδιακά ώσπου να εδραιώσει, ένα καθεστώς καχυποψίας στα πλαίσια του οποίου ο κόσμος κατακλύζεται από προδότες. Αυτή η ψυχρή και παρανοϊκή θεώρηση του διχασμού σε καλούς και εχθρούς του συστήματος που στοίχισε το βασανισμό του Τσβόροβιτς μεταφέρεται και υιοθετείται πλέον από τον ίδιο στην οικογενειακή του εστία ως ένδειξη της μετάνοιάς του και προσπάθεια υπεράσπισης του προσωπικού χώρου, επιστρατεύοντας την ήδη παραδεδομένη στη μνήμη κατασκοπευτική του δράση. Ο συγγραφέας πλάθει, δηλαδή, έναν ήρωα που εξελικτικά αποκτά παράλογες προεκτάσεις. Ο Βασίλης Βλάχος διεκπεραιώνει αριστοτεχνικά τον παραπάνω τύπο υιοθετώντας με αυτοσαρκασμό, γλυκόπικρο χιούμορ, δραστικά χαμηλούς τόνους και, στο φινάλε, λυρικές και συγκινησιακές εξάρσεις, την πεμπτουσία μιας «συγκρατημένης» παράνοιας. Οι ισορροπημένες συνιστώσες του κωμικού και του τραγικού και η συνδρομή της αστυνομικής πλοκής οδηγούν σε μια πολιτική αλληγορία κωμικοτραγικής εξόδου : Το πολιτικό εκείνο σύστημα που καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τραυματίζει την ψυχική ισορροπία των πολιτών μπορεί να μεταμορφωθεί σε ασφαλιστική δικλείδα προστασίας και αποκομμένο από τη βάση του, αφημένο στα χέρια μιας μικρής εστίας μπορεί να εκθρέψει φασιστικές μάζες».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς
Από την καλλιτεχνική εταιρεία «Αλεξάνδρεια»
Μετάφραση : Γκάγκα Ρόσιτς
Σκηνοθεσία : Νίκος Μπουσδούκος
Σκηνικά : Λαμπρινή Καρδάρα
Κοστούμια : Ματίνα Φραγκάκη
Μουσική : Μάρω Θεοδωράκη
Φωτισμοί : Δημήτρης Τσιούμας
Παίζουν : Βασίλης Βλάχος, Ουρανία Μπασλή, Νίκος Γκεσούλης, Δώρα Βουκελάτου και Γιάννης Γλυμακόπουλος.


ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Σαρρή 40, Ψυρρή, τηλ. 210 33 10 665
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21. 00, Κυριακή 18. 30

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

Ένα και ένα ίσον...ένα


Άλλη μια μαγευτική παράσταση που απευθύνεται σε παιδιά κάθε ηλικίας παρακολουθήσαμε και φέτος στο θέατρο «Πόρτα». Το θεατρικό έργο των Nino d’ Introna και Giacomo Ravicchio δανείζεται τον τίτλο του από το θρυλικό μυθιστόρημα του Daniel Defoe, «Robinson Crusoe», το οποίο βασισμένο σε αληθινή ιστορία, άσκησε τεράστια επιρροή και έμπνευση σε καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Ο ήρωας Ροβινσώνας Κρούσος είναι ένας ναυαγός που έζησε για πολλά χρόνια σε ερημικές ακτές, μακριά από τον πολιτισμό και για την επιβίωση του χρησιμοποίησε τα μέσα που του παρέχει η φύση. Οι αναφορές μέσα από πολλά κείμενα και άλλα έργα Τέχνης ανήγαγαν το πρόσωπο αυτό σε αρχετυπική μορφή.
Στο κείμενο, «Ο Ροβινσώνας και ο Κρούσος», που έγραψαν ο Nino d’ Introna και ο Giacomo Ravicchio, δύο στρατιώτες που μιλούν διαφορετικές γλώσσες και των οποίων οι χώρες είναι σε εμπόλεμη κατάσταση βρίσκονται μόνοι στην ταράτσα ενός σπιτιού έπειτα από μια μεγάλη πλημμύρα. Τα αεροπλάνα τους έχουν πέσει και οι ίδιοι, με πολύ τύχη, κατάφεραν να σωθούν χάρη στα αλεξίπτωτα που διέθεταν. Η μόνη πληροφορία που μας δίνεται για το χρόνο είναι ότι είναι «30 Σεπτεμβρίου» ενώ δε γνωρίζουμε περισσότερα για το χώρο. Όταν αντικρίζουν ο ένας τον άλλο ξεσπά ένας βίαιος καυγάς ανάμεσα τους και ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει τον άλλο, να τον εξουσιάσει, να διεκδικήσει το χώρο του και να υπερισχύσει. Σύντομα θα καταλάβουν πως όλα αυτά είναι μάταια καθώς η μοίρα τους είναι κοινή και πρέπει να αγωνιστούν ενωμένοι ενάντια στο αδιέξοδο που ορθώνεται μπροστά τους. Αποφασίζουν να παλέψουν από κοινού για την επιβίωση τους. Θα πλησιάσουν σταδιακά ο ένας τον άλλο και θα ξεπεράσουν το πρόβλημα της γλωσσικής επικοινωνίας που από το πρώτο λεπτό γεννά ξεκαρδιστικά κωμικές καταστάσεις. Συνεννοούνται με τη γλώσσα του σώματος, προσπαθούν να γνωρίσουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, να καταλάβουν τη νοοτροπία του, να μάθουν στοιχεία από τη γλώσσα, την κουλτούρα και τον πολιτισμό του, να βρουν κοινούς κώδικες επαφής. Κατανικούν τη μοναξιά και την απόγνωση που νοιώθουν επινοώντας παιχνίδια και σφυρίζοντας χαρούμενους σκοπούς! Το πάντα επίκαιρο έργο έχει ανέβει σημειώνοντας επιτυχία σε πολλές χώρες ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ανέβηκε στο Ισραήλ, ο ένας άντρας ήταν Ισραηλινός και ο άλλος Παλαιστίνιος.
Η Lilo Baur έστησε μια εύρυθμη παράσταση που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών ακόμα και σε στιγμές που δεν είναι κυρίαρχος ο λόγος. Η Lilo Baur σκηνοθετεί την πολύ δύσκολη παρτιτούρα του «Ροβινσώνα και του Κρούσου», έτσι ώστε να διευκολυνθούν κυρίως οι λεκτικές πράξεις προκειμένου αυτές να σημασιοδοτήσουν τον ένα και μοναδικό δραματικό χώρο, ανάγοντας τον σε αρένα συγκρούσεων και ευθυγραμμίσεως συνάμα. Μαζί με τη μετάφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου, δημιουργείται μια κυκλική κίνηση λόγου και δράσης που καταλήγει σε αποκορύφωμα ιλίγγου και σκηνικής δίνης. Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί Πέτρος Σπυρόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης, η σκηνική χημεία των οποίων είναι υποδειγματική, μας χάρισαν δύο απολαυστικές ερμηνείες. Αυτοσχεδιαστικός οίστρος και ακροβατική δεινότητα! Ισορροπημένες κινήσεις, αίσθηση του μέτρου, ίχνος φλυαρίας, πλήρης έλεγχος εκφραστικών μέσων! Οι δυο ηθοποιοί προσπαθούν να εναρμονίσουν το επιμέρους ελλειπτικό και να πλάσουν ενιαία οπτικοακουστική γλώσσα, γεγονός το οποίο επιτυγχάνεται χάρη στη συνέπεια της γραμμής πλεύσεως του ύφους. Κατορθώνουν να συνθέσουν ένα σκηνικό υπόβαθρο ολικής πρόσληψης των δυο χαρακτήρων, ως φορέων όλων των δορυφόρων της εν γένει πλοκής. Λειτουργικό το σκηνικό της Χριστίνας Κωστέας ενώ οι εξαιρετικής ακρίβειας φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα εστιάζοντας στην κάθε λεπτομέρεια. Ο κύριος Βλασόπουλος κατευθύνει ευθύβολα το φως εναρμονίζοντας το με τους ερμηνευτές και αποκαλύπτοντας την αθέατη όψη των λόγων και των νοημάτων.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «η ανυπαρξία κοινής γλωσσικής ταυτότητας ανάμεσα στους δύο ήρωες ενεργοποιεί αυτόματα τη μεταχείριση μη λεκτικών σημάτων επικοινωνίας που εξωτερικεύονται σ’ αυτό που ονομάζουμε γλώσσα του σώματος. Κινήσεις των χεριών, στάσεις του σώματος, θέσεις της κεφαλής, συσπάσεις των μυών, βλέμμα, μιμική, επιτονισμοί επιστρατεύονται για να μεταφέρουν με μεγαλύτερη συχνότητα την ακρίβεια των λεκτικών μηνυμάτων στο γενικότερο αποδέκτη-θεατή κάθε ηλικίας. Η αντίληψη του ρόλου του Άλλου που αποτελεί μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας αρχίζει να καλλιεργείται ύστερα από τις απονενοημένες απόπειρες διεκδίκησης του προσωπικού χώρου που έχουν ως κατάληξη τη συνειδητοποίηση του κοινού κινδύνου. Αξιοπρόσεκτο αποτελεί το γεγονός ότι οι αρχικές σκηνές απάνθρωπης βίας καλύπτονται από το έρεβος, ενώ η τελευταία αντίστοιχη σκηνή διανθίζεται και απαλύνεται με στοιχεία γκροτέσκο και αργής κινησιολογίας (slow motion). Γενικότερα, η κίνηση, η ομιλία, η γλώσσα του σώματος, η μουσική και τα τραγούδια ενορχηστρώνονται αρμονικά με στοιχεία κλοουνίστικου θεάματος και παιδικού παιχνιδιού για να οδηγήσουν στη χάραξη κωδίκων επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο αντιπροσώπους εντελώς διαφορετικών πολιτισμικών αξιών. Στο φινάλε, η ανταλλαγή των πολιτισμικών «συμβόλων» (τρανζίστορ-τοπικό ένδυμα) καθώς και η μοναχική πορεία πλεύσης του καθενός ενδυναμώνει τη μεταλαμπάδευση του νοήματος της ειρήνης και μάλιστα της παιδιάτικης ειρήνης».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Ροβινσώνας και ο Κρούσος» των Νίνο ντ’ Ιντρόνα – Τζάκομο Ραβίκιο
Συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και της Μικρής Πόρτας
Μετάφραση : Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία : Λίλο Μπάουρ
Σκηνικά – Κοστούμια : Χριστίνα Κωστέα
Μουσική : Στέφανος Κωνσταντινίδης
Φωτισμοί : Νίκος Βλασόπουλος
Κίνηση : Όλια Λυδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη : Αλεξάνδρα Παραμερίτη
Παίζουν : Πέτρος Σπυρόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΤΑ
Μεσογείων 59, τηλ. 210 77 11 333, 210 77 80 518
Από 22 Σεπτεμβρίου έως 4 Νοεμβρίου
Σάββατο 15.00, Κυριακή 11. 00 & 15. 00

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Στην αναζήτηση του απόλυτου;


Μια ιδιάζουσα πειραματική δουλειά θα χαρακτήριζε κανείς την multimedia performance που έστησε ο Γρηγόρης Χατζάκης στο μουσείο Μπενάκη με κινητήριο δύναμη το διήγημα του Honoré de Balzac «Το Άγνωστο αριστούργημα» (1831). Ο νεαρός σκηνοθέτης μετά το «Είσαι ένα κτήνος, Βίσκοβιτς» του Αλεσάντρο Μπόφα και την διασκευή του έργου ««Τα Φτερά του Έρωτα» των Wim Wenders και Peter Handke, μέσα σ’ ένα λεωφορείο στους δρόμους της πόλης, παράσταση που προκάλεσε ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις, καταπιάνεται μ’ ένα κείμενο που θίγει διαχρονικά ζητήματα της Τέχνης μέσα από τη συνάντηση τριών ζωγράφων.
Ο Γάλλος φιλόσοφος της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» («La Comédie Humaine») μέσα από τον κεντρικό ήρωα που πλάθει, τον ηλικιωμένο καλλιτέχνη Frenhofer, διατυπώνει τις απόψεις του γύρω από την Τέχνη ασκώντας επιρροή σε πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής. Μεταξύ αυτών και ο Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος εκατό χρόνια αργότερα εγκατέστησε το ατελιέ του στο μέγαρο της οδού, όπου ο Balzac τοποθετεί τη δράση του έργου του. Σε αυτό το μέρος ζωγραφίζει τη «Γκουέρνικα».
Η νουβέλα μεταφέρθηκε στην κινηματογραφική οθόνη με την ταινία του Jacques Rivette «La Belle Noiseuse» («Η Ωραία Καβγατζού») και την Emmanuel Beart στο ρόλο της Gillette. Ο τίτλος του φιλμ δεν είναι παρά ο πίνακας που προσπαθεί εδώ και δέκα χρόνια να τελειώσει ο Frenhofer καθώς δεν κατορθώνει να οδηγηθεί στο αποτέλεσμα που έχει θέσει ως στόχο. Ο πίνακας παραμένει ημιτελής, επειδή είναι αδύνατον να βρεθεί το ιδανικό μοντέλο που η οξεία ματιά του ζωγράφου αναζητά. Είναι προσηλωμένος με ευλάβεια σε αυτή την εργασία και δεν αφήνει κανέναν ν’ αντικρύσει έστω και για λίγο το δημιούργημά του για να μην το εκθέσει σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο. Δυο υπαρκτά πρόσωπα, ο νεαρός ανερχόμενος ζωγράφος, Poussin και ο καταξιωμένος στην αυλή της Μαρίας των Μεδίκων Porbus, συζητούν γύρω από τις ατέλειες ενός πίνακα μαζί με το Frenhofer που επισημαίνει ότι «σκοπός της Τέχνης δεν είναι να αντιγράφει τη φύση, αλλά να την εκφράζει». Στην υπόθεση θα εμπλακεί και μια γυναίκα, η Gillette, ο καταλύτης της ιστορίας, που γίνεται η έριδα ανάμεσα στην ματαιοδοξία και τον έρωτα όταν ένα εκπληκτικό «κρυφό» δημιούργημα μπορεί να πάρει τη θέση της στη ζωή του καλλιτέχνη.
Χωρίς να το καταλάβει, ο γέρος ζωγράφος καταστρέφει μ’ ακατάπαυστες πινελιές το έργο στο οποίο είχε αφιερώσει μια ζωή. Όταν τελικά αφήνει τους δύο φίλους του να πλησιάσουν τον πίνακα, τους εκθειάζει αφελώς το βάθος και την αναγλυφή του, τα περιγράμματα και τις φόρμες του, το φως του και το χρώμα του. Εκείνοι, όμως, δεν καταλαβαίνουν τίποτα καθώς διακρίνουν «ένα κομφούζιο από χρώματα που έχουν στοιβαχτεί το ένα πάνω στο άλλο και που τα συγκρατούν ένα πλήθος από αλλόκοτες γραμμές που σχηματίζουν ένα τείχος από μπογιά».
Κατά τη διάρκεια της performance, οι θεατές μετακινούνται μαζί με τους ηθοποιούς από τη μια γωνιά του μουσείου στην άλλη και παρακολουθούν την εξέλιξη της ιστορίας. Τα μόνιμα εκθέματα του Μουσείου Μπενάκη συνυπάρχουν για λίγο μαζί με πιο σύγχρονα άλλων ρευμάτων. Χρήση πολλών τεχνολογικών μέσων, πίνακες που «ζωντανεύουν» μπροστά μας και μας κάνουν νεύματα (Magritte, The Son of Man, Δημήτρης Βαρβαντάκης, Grant Wood, American Gothic, Ζωή Βλάσση και Χάρης Πεχλιβανίδης, Jan Van Eyck, The Arnolfini Marriage, Σοφία Κουκουλά και Γιώργος Μιχαλιτσιάνος, Sandro Botticelli, The Birth of Venus, Ειρήνη Γκρίμπα), live set ηλεκτρονικής μουσικής, video art και πολλές εικαστικές εκπλήξεις που ξαφνιάζουν με την «αυθάδεια» του χαρακτήρα τους, όπως τα μπλουζάκια που αναγράφουν «Art is a dirty job, but somebody’s got to do it», τα βιντεάκια που παρωδούν πίνακες κλασικών έργων και η Τζοκόντα που μας επιδεικνύει κοροϊδευτικά τη γλώσσα της!!
Σύμφωνα με την κριτικό θεάτρου Ιλειάνα Δημάδη πρόκειται για «ένα ανάλαφρο όσο και διαφωτιστικό, παιχνιδιάρικο όσο και σοβαρό, νεανικό όσο και αρχετυπικό in-the-museum-show που πραγματεύεται τη μάχη του έρωτα και της τέχνης, την ανυπόταχτη ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη και την αδιερεύνητη φύση αυτού που αποκαλούμε : έργο Τέχνης». Καυστικό χιούμορ βγαίνει από τη «σουρεαλιστική» σκηνή όπου ένας δήθεν πολύξερος καθηγητής Τέχνης σε μια ακαταλαβίστικη διάλεξη προδίδει την άγνοια του γύρω από το θέμα και μας αφήνει τελικά να σκεφτούμε μόνοι μας αν η Τέχνη και η αξία της είναι κάτι απτό και συγκεκριμένο ή έγκειται αποκλειστικά και μόνο στην ευαισθησία του δέκτη.
Σίγουρα η περιπλάνηση και οι εκπλήξεις της κρύβουν ένα ενδιαφέρον, ο πειραματισμός είναι θεμιτός και το εικαστικό αποτέλεσμα αν και φορτωμένο είναι εντυπωσιακό. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή η σκηνοθετική προσέγγιση αναδεικνύει το στοχασμό του κειμένου γύρω από τις βλαβερές συνέπειες που έχει η σκέψη πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία και τον πειρασμό του δημιουργού να δουλεύει αέναα το έργο του σε αναζήτηση του απόλυτου, ζώντας με την αγωνία για τελειότητα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Άγνωστο αριστούργημα» (Le Chef d’œuvre inconnu) του Honoré de Balzac
Από το θεατρικό οργανισμό «Altra Terra»
Σύλληψη-Θεατρική προσαρμογή-Σκηνοθεσία : Γρηγόρης Χατζάκης
(Η θεατρική διασκευή βασίζεται στη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη)
Σκηνογραφική-Ενδυματολογική επιμέλεια : Δανάη Χατζάκη
Σχεδιασμός Φωτισμών : Σάκης Μπιρμπίλης
Κινησιολογική επιμέλεια : Έλενα Γεροδήμου
Μουσική επιμέλεια : dj bluebox
Πρωτότυπη μουσική : neon
Live dj set : elmyr
Επιμέλεια animation : Βαγγέλης Χριστοδούλου
Παίζουν : Κλέων Γρηγοριάδης, Ρόζα Προδρόμου, Μάκης Μπενάκης και Βύρων Κατρίτσης

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ
Βασ. Σοφίας & Κουμπάρη 1, Κολωνάκι, τηλ. 210 36 71 000
Από 9 έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε μέρα εκτός Πέμπτης στις 20.00 & 21.30