Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

Στο ρινγκ της φαυλότητας!




Μέσα στο θερμό από πυρκαγιές και εντάσεις κλίμα των εκλογών, η παράσταση του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Ρούμελης που περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, «Ιππής» του Αριστοφάνη, καυτηριάζει με αιχμηρές αναφορές, σχόλια και έξυπνο χιούμορ την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα αναδεικνύοντας το διαχρονικό χαρακτήρα της αδυσώπητης, ανέλπιστης, απαισιόδοξης κωμωδίας και επισημαίνοντας το αντιεξουσιαστικό πνεύμα και τη σοφή διαλεκτική του συγγραφέα.
Οι «Ιππής» πρωτοπαρουσιάστηκαν στα Λήναια το 424 π.Χ. με τον ίδιο τον ποιητή στο ρόλο του διεφθαρμένου πολιτικού Κλέωνα. Είναι ο μόνος νεανικός ανδρικός Χορός στη γνωστή μας αριστοφανική παραγωγή και το μοναδικό δείγμα έφιππου Χορού, πράγμα που τον συνδέει άμεσα με τ’ αποκριάτικα έθιμα του Διονυσιακού Κώμου. Πρόκειται για τη μαχητικότερη σάτιρα του μεγάλου κωμωδιογράφου που στρέφει τα βέλη της ενάντια στη φιλοπόλεμη πολιτική, στο λαοπλάνο και αδίστακτο ηγέτη, στα μικροκομματικά συμφέροντα, στην κατάρα του δικομματισμού, στη δημαγωγία που τρέφει το λαϊκισμό, στην ακατάσχετη ρουσφετολογία, στις υποσχέσεις και τις κολακείες που εξαπατούν τους πολίτες αλλά και στην αφέλεια που διακρίνει συχνά την κοινή γνώμη!
Το έργο είναι ένας διαρκής αγώνας μεταξύ του φαύλου Κλέων και του φαυλότερου Λουκανικά προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Σε αυτή την αναμέτρηση, δηλαδή στο ποιος λέει τα περισσότερα ψέματα, τις πιο φριχτές αναίδειες, ποιος κάνει τις πιο ανόσιες επιορκίες, τις μεγαλύτερες κλεψιές και κατέχει τα περισσότερα ελαττώματα, νικητής στέφεται ο Λουκανικάς. Η νίκη αυτή προβάλλει ανυπαρξία διεξόδου, απελπισία και οργισμένο παραλογισμό και καθώς φαίνεται για να σταματήσει και να αλλάξει η πορεία του αλληλοδιασυρμού, πρέπει οι συμφορές να προχωρήσουν μέχρι εκεί που δεν έχει δρόμο παραπέρα… Σύμφωνα με τον κριτικό θεάτρου και ποιητή Γιάννη Βαρβέρη «η μονιμότητα του αριστοφανικού πορίσματος περί κατίσχυσης του πλέον λαοπλάνου στις ανά τους καιρούς πολιτικές κονίστρες καθιστά την αδυσώπητη τούτη κωμωδία αληθινά διαχρονική και ακραία μελαγχολική.(…)Το γεγονός ότι ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί ως θεματοφύλακες των δικών του αντιλήψεων τους ιππείς ή τριακοσιομέδιμνους, δηλαδή την αριστοκρατία των Αθηνών, αυτό είναι φυσικό. Μήπως βαθύτερα δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα της εν δημοκρατία «πεφωτισμένης δεσποτείας» ως προς τη διοίκηση των κοινών;»
Ο Γιώργος Αρμένης έστησε με σύγχρονα μέσα μια απλή, λαϊκή και καθαρή σε προθέσεις παράσταση που κινείται σε ζωηρούς ρυθμούς και με χιούμορ που «κατεβαίνει» αβίαστα στην πλατεία. Η στρωτή μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη φιλοξένησε διακριτικά τα επικαιρικά της προσθέματα. Στο ρόλο του Λουκανικά, έναν άξεστο και κουτοπόνηρο μικρέμπορο της κρεαταγοράς, ο Γιώργος Αρμένης πλάθει μια άκρως κωμική φιγούρα, την οποία διανθίζει με μια ισορροπημένη δόση μελαγχολίας, κυρίως μετά την παράβαση. Ο Πάνος Σκουρολιάκος υποδύεται τον Κλέωνα με τα ιδιαίτερα κωμικά εκφραστικά του μέσα.
Η δράση εκτυλίσσεται σ’ ένα πατάρι όπου η αναμέτρηση Κλέωνα-Λουκανικά παραπέμπει σε αγώνα μποξ και στη συνέχεια σε τηλεοπτικό debate. Η ενδυμασία, οι χειρονομίες και τα λογοπαίγνια των δυο πρωταγωνιστών παρωδούν πολιτικά συνθήματα των εκλογών, όπως για παράδειγμα την αφίσα του ΛΑ. Ο. Σ. Άφθονα κωμικά στιγμιότυπα εξασφάλισαν στιγμιαία μειδιάματα όπως οι μαζορέτες που ζητωκραύγαζαν τραγουδώντας (Άνδρέας Κωνσταντινίδης, Γιάννης Αδρίμης, Ευθύμης Μπαλαγιάννης και Γιάννης Πλιάκης) και η φιγούρα της Ειρήνης από τον Γιώργο Πισπινή! Ο Περικλής Καρακωνσταντόγλου ερμηνεύει επιδέξια και με κινήσεις ακρίβειας το Δήμο. Ο Κώστας Φλωκατούλας (Δημοσθένης) και ο Παντελής Παπαδόπουλος (Νικίας) διεκπεραιώνουν με άνεση τους ρόλους τους. Ο ροκ ρυθμός της μουσικής του Διονύση Τσακνή δίνει δυναμική ώθηση στην παράσταση.

«Άντε φτου κι από την αρχή
Αλλαγή στην αλλαγή
Νέος χαρισματικός σωτήρας
Άλλος διαχειριστής φωστήρας
Άλλος φαφλατάς καπάτσος
Και της αγοράς παλιάτσος»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ιππής» του Αριστοφάνη
Από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης
Μετάφραση : Κ. Χ Μύρης
Σκηνοθεσία : Γιώργος Αρμένης
Σκηνικά : Λαλούλα Χρυσικοπούλου
Κοστούμια : Ελένη Δουνδουλάκη
Μουσική : Διονύσης Τσακνής
Χορογραφίες : Έλενα Γεροδήμου
Μουσική Διδασκαλία : Απόστολος Ψυχράμης
Παίζουν : Κώστας Φλωκατούλας, Παντελής Παπαδόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Πάνος Σκουρολιάκος και Περικλής Καρακωνσταντόγλου
Χορός : Χάρης Αγγέλου, Γιάννης Αδρίμης, Στέλιος Ανδρονίκου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Στράτος Κανιαμός, Πασχάλης Καρατζάς, Ανδρέας Κωνσταντινίδης, Ευθύμιος Μπαλαγιάννης, Γιώργος Μπούγος, Θανάσης Μπριάνας, Θανάσης Πετρόπουλος, Γιώργος Πισπινής, Γιάννης Πλιάκης, Άγγελος Τριανταφύλλου και Γιώργος Χουλιάρας

13/9 Παπάγου, ώρα έναρξης 21. 00

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007

Του πάθους παρανάλωμα...





Ο Γάλλος δραματουργός Jean Racine (1639-1699) γίνεται ο δημιουργός μιας πινακοθήκης από ηρωίδες, που είναι πότε θύματα του έρωτά τους και πότε δήμιοι των άλλων. Μαζί με τον αντίπαλό του, Pierre Corneille (1606-1684), μεταχειρίζονται την ίδια δραματική φόρμα : αριστοτελικές ενότητες, μονολόγους, στιχομυθίες και ομοιοκατάληκτους δωδεκασύλλαβους (αλεξανδρινούς). Οι ήρωες του Ρακίνα παρασύρονται από τα πάθη τους και κάνουν έκκληση στη συμπόνια του θεατή για τις ψυχικές τους αδυναμίες.
Η «Ανδρομάχη» («Andromaque») είναι από τα πιο σημαντικά ποιητικά έργα της εποχής του Διαφωτισμού η οποία βασίζεται στον αρχαίο ελληνικό κλασσικό πολιτισμό, γραμμένη το 1667 στη Γαλλία όταν η βασιλεία, μέσα σ’ ένα έντονο κλίμα αβροφροσύνης και ευγένειας, βρισκόταν στο απόγειό της. Τα βάσανα της Ανδρομάχης - κόρη του Ηετίωνα, στοργική σύζυγος του Έκτορα και μάνα του μικρού Αστυάνακτα - αρχίζουν στον Όμηρο με το φόνο του άνδρα της από τον Αχιλλέα. Συνεχίζονται στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, όταν οι νικητές Αχαιοί θανατώνουν άσπλαχνα το παιδί της, ενώ στην «Ανδρομάχη» την παίρνει σκλάβα ο γιος του φονιά του Έκτορα, ο Νεοπτόλεμος. Είκοσι και έναν αιώνες αργότερα, ο Ρακίνας διασκεύασε το μύθο ρίχνοντας όλο το δραματικό βάρος στους τρεις απελπισμένους έρωτες στήνοντας ένα ερωτικό γαϊτανάκι : ο Ορέστης ερωτευμένος με την Ερμιόνη, η Ερμιόνη ερωτευμένη με τον Πύρρο, ο Πύρρος ερωτευμένος με την Ανδρομάχη που παραμένει πιστή στη μνήμη του νεκρού Έκτορα. Πότε πιο έντονα και πότε λιγότερο οι πέντε πράξεις της τραγωδίας αναλώνονται στην ψυχολογική ανάλυση των βασάνων των μεθυσμένων από έρωτα ηρώων.
Ο δραματουργός δανείζεται στοιχεία από την galanterie, είδος στο οποίο διακρίνεται η ευαισθησία και μια αισθητική που έρχεται να κατευνάσει τον παροξυσμό της καταστροφής. Οι φιλοφρονήσεις υφίστανται κάποια μεταμόρφωση διότι αν και τις συναντά κανείς σε ερωτικούς διαλόγους αυτοί λαμβάνουν χώρα σε επικίνδυνες καταστάσεις όπου όλα, οι ίντριγκες, οι έρωτες και τα πολιτικά παιχνίδια δένονται μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα κόσμο που αφανίζεται από τα πάθη του και κατ’ αυτό τον τρόπο δίδεται στον θεατή. Ως προς την αγάπη και την αβρότητα που βασίζεται στο σεβασμό και την ανωτερότητα εμφανίζεται στιγμιαία για να μεταμορφωθεί σε μια ροή πάθους η οποία εξολοθρεύει εκ θεμελίων.
Με όραμα, ενοποιητική σκηνοθεσία, μια βαθειά πολιτική ανάγνωση, τη μεταφορά του έργου στην εποχή μας και μέσα από την κινηματογραφική ματιά του, ο Δημήτρης Μαυρίκιος έστησε μια παράσταση υψηλής αισθητικής και άκρως θεαματική. Η Ανδρομάχη ανάγεται σε μοναδικό σύμβολο ειρήνης καθώς αρνείται κάθε προοπτική πολέμου, ακόμα και τα σχέδια του Πύρρου ν’ αναστήσει την Τροία.
Ο σκηνικός χώρος είναι καλυμμένος από ογκώδη containers διαφόρων χρωμάτων που ο θεατής, αρχικά, αγνοεί το περιεχόμενο και τη χρήση τους. Σταδιακά, φανερώνονται μια φυλακή, χώροι αποθήκευσης τροφίμων καθώς και τ’ αμπαλαρισμένα προικιά της Ερμιόνης. Εκκωφαντικοί ήχοι, δραματική μουσική και υποφωτισμένη σκηνή παράγουν εντάσεις ξυπνώντας μνήμες αντίστασης και αντάρτικου. Η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται από το σκηνικό παραπέμπει σε εικόνες στρατοπέδου συγκέντρωσης, σε συνθήκες ζωής μεταναστών ή ενός πολέμου που ετοιμάζεται πυρετωδώς. Η φρουρά του Ορέστη δεν είναι βουβά πρόσωπα όπως στο πρωτότυπο. Στη διασκευή, ο χορός αποτελείται από είκοσι φαντάρους με ξυρισμένα κεφάλια που εισβάλλουν μαχητικά κατεβαίνοντας τις σκάλες και περνώντας ανάμεσα στο κοινό. Με τους φακούς που κρατούν δημιουργούν «παιχνίδια» σκιάς-φωτός στην underground σκοτεινιά του χώρου, ενώ, συμμετέχουν ενεργά στα όσα διαδραματίζονται επί σκηνής αφού επωμίζονται ένα μέρος της επιχειρηματολογίας που ο Μενέλαος και οι ηγέτες των Ελλήνων βάζουν στο στόμα του Ορέστη.
Στο ρόλο της Ανδρομάχης, η Λυδία Φωτοπούλου αποδίδει με άψογη δυναμικότητα την οδύνη και το σπαραγμό της μάνας. Η κυρία Φωτοπούλου συγκινεί βαθύτατα τον θεατή τοποθετώντας τον στο κέντρο του τραγικού πεπρωμένου της ηρωίδας. Η υποκριτική δεινότητα της ηθοποιού γοητεύει το κοινό που κοινωνεί την «οικεία ηδονή» και γεύεται την παράδοξη «κάθαρση» του προσώπου.
Σημείωση: Για την κριτική αντλήθηκε υλικό από τη μετάφραση της Αλεξάνδρας Συμεωνίδου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Γεωργιάδης"

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ανδρομάχη» του Jean Racine
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση- Διασκευή- Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά- Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Νίκος Κυπουργός
Μουσική Διδασκαλία : Μελίνα Παιονίδου
Χορογραφία- Κινησιολογία : Αποστολία Παπαδαμάκη
Φωτισμοί : Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Παίζουν : Λυδία Φωτοπούλου, Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Δημήτρης Ντάσκας, Ευγενία Αποστόλου και Τατιάνα Παπαμόσχου
Φρουρά του Ορέστη : Περικλής Ασημακόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Μανώλης Δούνιας, Χρήστος Θεοδωρίδης, Θανάσης Ιωάννου, Άγγελος Καλίνογλου, Κωστής Καλλιβρετάκης, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Δημήτρης Καραβιώτης, Αλέξανδρος Κλημόπουλος, Γιάννης Κότσιφας, Γιώργος Ντούσης, Γιώργος Οικονόμου, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Στάμος, Παύλος Σταυρόπουλος, Βαγγέλης Στρατηγάκος, Στέλιος Τράκας και Βαγγέλης Ψωμάς

7/9 Νίκαια, 9/9 Πετρούπολη, 17/9 Αττικό Άλσος και 19/9 Βύρωνας
Ώρα έναρξης 21.00

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007

Δυνατή ανδρική φιλία


Ανάμεικτα συναισθήματα προκαλούν στο θεατή οι πράξεις των αμφίσημων ηρώων που κατοικούν στο θεατρικό σύμπαν του Μπάμπη Τσικληρόπουλου το οποίο προβάλλει σε κάθε ευκαιρία το αμετάβλητο της τυχαιότητας αλλά και τη διαρκή πιθανότητα μιας ανατροπής. Τα διλήμματα που ορθώνονται στους ήρωες - σιλουέτες ιδεών και συναισθημάτων- και το «σασπένς» της αναμονής ενός διαφορετικού «αύριο» δημιουργούν πολυδαίδαλες δομές αποκλίσεων εντός των οποίων αποθεώνονται η συνείδηση και η δύναμη της ψυχής.
Η δραματουργία του Μπάμπη Τσικληρόπουλου ακροβατεί «στην κόψη του ξυραφιού» κινούμενη σε ετερόκλιτα είδη γραφής και τα όρια ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό γίνονται άκρως δυσδιάκριτα. Το πρώτο του μονόπρακτο, «Η Έκπληξη», -μια υπεραφαιρετική, ατμοσφαιρική προσέγγιση του ανθρώπινου αδιέξοδου- ανεβαίνει το 1969 στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη σε σκηνοθεσία Κωστή Ζώη. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται σε μεγάλες σκηνές και από σημαντικούς σκηνοθέτες : «Το Υπόγειο», «Η Πρόσκληση», ένα κείμενο με συμβολικές αλληγορίες, «Οι Γίγαντες», «Οι Κερατάδες», «Λέγε Μήτσο», έργο που γράφτηκε σε συνεργασία με το Μήτσο Ευθυμιάδη και το Γιώργο Σκούρτη, «Είμαστε όλοι θεατές», «Ο Κύριος», «Σάλτο Μορτάλε», «Κραυγές γυναικών», «Ούρσουλα», «Ο Κήπος με τα χελιδόνια» και «Ο Παρασκευάς».
Η Εταιρεία Θεάτρου «Βήματα», πιστή στη γραμμή της προώθησης ελληνικών έργων, επέλεξε να παρουσιάσει την πικρή κωμωδία «Ωχ! Τα νεφρά μου». Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1994 στο θέατρο «Μάσκες» σε σκηνοθεσία Γιώργη Χριστοφιλάκη και από τότε έχει συμπεριληφθεί στο δραματολόγιο πολλών θιάσων. Ένα κείμενο, ύμνος στη φιλία και την αυταπάρνηση
Δυο εργένηδες αδελφικοί φίλοι, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, ο Μητσάρας και ο Μπούλης συγκατοικούν εδώ και χρόνια μαζί ζώντας, όμως, μέσα στη φτώχεια. Τους ενώνει μια δυνατή ανδρική φιλία, μια αληθινή αγάπη και αντιμετωπίζουν από κοινού τις αναποδιές της ζωής : ορφάνια, ανεργία, άγχος. Ο Μητσάρας συχνάζει με τις πόρνες της γειτονιάς ενώ ο Μπούλης περιμένει να γνωρίσει τον αληθινό έρωτα. Ο ένας συμπληρώνει, υποστηρίζει και φροντίζει τον άλλο. Οι δυο ρακοσυλλέκτες έχουν ενώσει τις μοναξιές τους και ονειρεύονται να κάνουν διακοπές στην Αφρική παρέα με όμορφες κοπέλες και αραχτοί σε θάλασσες με χουρμαδιές!! Ένας μυστηριώδης αλλά καθωσπρέπει κύριος εμφανίζεται ξαφνικά κάνοντας τους μια δελεαστική πρόταση που τους διχάζει. Τους προτείνει ν’ αγοράσει τα νεφρά τους προκειμένου να γίνει μια μεταμόσχευση σε κάποιον άρρωστο, έναντι ενός υψηλού χρηματικού ποσού, ενώ, εκβιάζοντας τους ψυχολογικά, τους καλεί να πιστέψουν πως έτσι κάνουν μια θεάρεστη πράξη και η ενδεχόμενη άρνηση τους θα ήταν ενέργεια εγκληματική, κατά της ανθρώπινης ζωής.
Το έργο φιλοδοξεί να θίξει πολλά ζητήματα και σε αρκετά σημεία ακροβατεί αδέξια διαταράζοντας τις υφολογικές ισορροπίες, ιδιαίτερα στη σκηνή που οι δυο άνδρες προκειμένου να απαλλαχθούν από την ενοχλητική παρουσία του παράξενου «ευεργέτη», προσποιούνται το ομοφυλόφιλο ζευγάρι που έχει προσβληθεί από μια επάρατη νόσο. Ωστόσο, διαθέτει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες σκηνές που διανθίζονται από εύστοχα κωμικά στοιχεία, όπως αυτή που ο Μητσάρας ξυρίζει και περιποιείται το Μπούλη και του κανονίζει να συναντηθεί με τη Μαγδαληνή, προκειμένου να του θυμίσει τις ομορφιές της γυναικείας φύσης έστω και μέσα από τον πληρωμένο έρωτα. Παρά τις όποιες δραματουργικές αδυναμίες, την έκδηλη αμηχανία στην εξέλιξη της δράσης και τις ανατροπές που δεν υποστηρίζονται απόλυτα από τις καταστάσεις οδηγώντας σ’ ένα απρόβλεπτο φινάλε, η απλή σκηνοθετική ανάγνωση της Ελένης Γερασιμίδου ανέδειξε τα θετικά στοιχεία του έργου. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος (Μητσάρας) και ο Αντώνης Ξένος (Μπούλης) βρήκαν κοινούς κώδικες και επικοινώνησαν στη σκηνή, δίνοντας έμφαση στις αποχρώσεις του χαρακτήρα των προσώπων που υποδύονται. Ο Νίκος Ορφανός ερμηνεύει την αινιγματική φιγούρα του εισοδηματία κύριου Διονυσόπουλου με κυνισμό, σκληρότητα και μια εκφορά λόγου που αποτυπώνει λεπτές διακυμάνσεις της συμπεριφοράς του ήρωα. Η Κατερίνα Μάντζιου ανταποκρίνεται ευδιάθετα στο ρόλο της Μαγδαληνής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ωχ! Τα νεφρά μου» του Μπάμπη Τσικληρόπουλου
Από τον εταιρικό θίασο «Βήματα»
Σκηνοθεσία : Ελένη Γερασιμίδου
Σκηνικά – Κοστούμια : Κώστας Βελινόπουλος
Μουσική : Γιάννης Μακρίδης
Παίζουν : Γιώργος Γιαννόπουλος, Κατερίνα Μάντζιου, Αντώνης Ξένος και Νίκος Ορφανός

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2007

Μολιέρος α λα ελληνικά!

Υπάρχουν μερικά επαγγέλματα-λειτουργήματα που δέχθηκαν τα αιχμηρά βέλη της πένας των θεατρικών συγγραφέων, τόσο στα δράματα όσο στην κωμωδία, στη σάτιρα και τη φάρσα. Ιδιαίτερα ο γιατρός, στην ευρωπαϊκή δραματουργία, έγινε ισχυρός πυρήνας των σκηνικών συγκρούσεων. Ο Μολιέρος συκοφάντησε, χλεύασε και υπονόμευσε ανελέητα το ιατρικό επάγγελμα στην επιστημονική του υπόσταση («Le Médecin volant», «L’Amour médecin» κτλ).
Στη φάρσα, «Γιατρός με το ζόρι», ο κωμωδιογράφος της γαλλικής κλασσικής σκηνής σατίρισε τον αλμπάνη γιατρό και εξίσωσε τον σπουδασμένο γιατρό με τον κομπογιαννίτη, ενώ, στο κύκνειο άσμα του, «Ο Κατά φαντασίαν ασθενής», οι γιατροί είναι εκμεταλλευτές, φιλοχρήματοι, αριβιστές και συχνά ανίδεοι, ανόητοι. Συχνά στις κωμωδίες του, ο συγγραφέας παρενέβαλλε ιντερμέδια με σάτιρα γιατρών που εμφανίζονταν στο προσκήνιο κρατώντας τεράστια κλύσματα, μιας και δε γνώριζαν πως ν’ αντιμετωπίσουν διαφορετικά την κάθε ασθένεια. Οι θεραπείες, τα φάρμακα και οι γνώσεις τους ήταν περιορισμένες και οι σοβαροφανείς γιατροί προσπαθούσαν να παραπλανήσουν τους ασθενείς με την επιβλητική τους αμφίεση (ψηλό καπέλο, κοστούμι) καθώς και με τη χρήση ενός ακαταλαβίστικου λεξιλογίου, μιλώντας συχνά με φράσεις βαρύγδουπες ή παρεμβάλλοντας αρχαιοελληνικά και λατινικά αποφθέγματα, πράγμα που εντυπωσίαζε τους αφελής πελάτες. Έτσι, ο ασθενής ζούσε μόνο από τη γερή του κράση και κινδύνευε το ίδιο είτε ο γιατρός ήταν αληθινός είτε απατεώνας!
Η σπαρταριστή κωμωδία εποχής «Γιατρός με το ζόρι» («Le Médecin malgré lui») ανέβηκε για πρώτη φορά το 1666 στο θέατρο «Palais Royal» με τον ίδιο το Μολιέρο στο ρόλο του Σγαναρέλου. Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται ως εξής : Ο Σγαναρέλος, ένας ξυλοκόπος που αγαπάει το πιοτό και την τεμπελιά, μαλώνει με τη γυναίκα του τη Μαρτίνα και οι καυγάδες τους καταλήγουν σε γερό ξυλοκόπημα της πεισματάρας, αλλά και ταλαίπωρης συζύγου. Ο Βαλέρης και ο Λουκάς, υπηρέτες του Γερόντιου, ψάχνουν έναν γιατρό για να θεραπεύσει τη νεαρή κυρία τους Λουσίντα, κόρη του αφεντικού τους, που έχει χάσει τη μιλιά της. Η Μαρτίνα για να εκδικηθεί τον άντρα της για το ξύλο που τρώει, παραπλανά τους δύο υπηρέτες, βεβαιώνοντας τους, πως δήθεν ο Σγαναρέλος, είναι σπουδαίος γιατρός, αλλά δεν το παραδέχεται, παρά μόνο αν τον σπάσουν στο ξύλο. Αφού οι δύο υπηρέτες ξυλοκοπούν τον Σγαναρέλο, επιτέλους, παραδέχεται πως είναι γιατρός και αποφασίζει να επισκεφθεί την κοπέλα. Μαθαίνει από τον Λέανδρο, τον αγαπητικό της Λουσίντας, την πραγματική αιτία της αρρώστιας της. Ο πατέρας της κοπέλας εναντιώνεται στον έρωτά της και την προορίζει για σύζυγο του πλούσιου Οράτιου. Έτσι εκείνη στήνει ένα παιχνίδι προκειμένου να αποφευχθεί ο ανεπιθύμητος αυτός γάμος. Με την εγγύηση μιας γερής αμοιβής, ο Σγαναρέλος εισέρχεται στο παιχνίδι των δύο νέων και γίνεται συνένοχός τους. Νικητής βγαίνει για άλλη μια φορά ο έρωτας!
Η ελεύθερη διασκευή του Κώστα Γεωργουσόπουλου «πείραξε» το κείμενο μεταφέροντας τη δράση στη σημερινή εποχή και προσαρμόζοντας πρόσωπα, καταστάσεις, αντιδράσεις στα πρότυπα της ελληνικής νοοτροπίας. Εύστοχη και πετυχημένη απόπειρα, «τίναξε τη σκόνη» από το έργο, ανέδειξε το χιούμορ του, το ζωντάνεψε και κατόρθωσε να το επικοινωνήσει με το σύγχρονο θεατή χωρίς ν’ αλλοιώσει επί της ουσίας το ύφος του. Η μετάφραση συμπληρώνεται από τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο των ηθοποιών, κυρίως του Βασίλη Τσιβιλίκα, του οποίου οι υπαινιγμοί, τα λογοπαίγνια, οι αυθόρμητες παρεμβάσεις, οι χειρονομίες και η επικοινωνία του με το κοινό σχολιάζουν με καυστικότητα την επικαιρότητα επιμηκύνοντας τη διάρκεια της παράστασης, ενώ, σε πολλά σημεία, κάποιες άστοχες αναφορές αποκλίνουν από το ενιαίο ύφος, προκαλώντας στιγμιαία παραφωνία. Στο σύνολο τους, όμως, οι αυτοσχεδιασμοί είναι πολύ πετυχημένοι (ειδικά στις σκηνές που εφευρίσκει λέξεις προκειμένου να πείσει ότι είναι επιστήμονας) και προκαλούν άφθονο γέλιο. Ζωηρές ερμηνείες από παλιούς και νέους ηθοποιούς (ταλεντάκι ο Νικήτας Μαργετάκης!), κέφι και γρήγοροι ρυθμοί.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γιατρός με το ζόρι» («Le Médecin malgré lui») του Μολιέρου
Από την Πολιτιστική Έκφραση
Διασκευή : Κώστας Γεωργουσόπουλος
Σκηνοθεσία : Βασίλης Τσιβιλίκας
Σκηνικά – Κοστούμια : Άννα Μαχαιριανάκη
Παίζουν : Βασίλης Τσιβιλίκας, Ελένη Φιλίνη, Αθηνά Μαυρομάτη, Γιώργος Σουξές, Γιώργος Λαμπάτος, Γιάννης Κατσάμπας, Μάριος Λεωνίδου, Γιώργος Γεωργίου, Θοδωρής Ρωμανίδης, Αγγελική Τσούγκου και Νικήτας Μαργετάκης

24/8 Γοργοπόταμος, 25/8 Μαρκόπουλο, 27/8 Αιδηψό και άλλες παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2007

Αποσυνδέστε τον!!!



Η ζωντανή, εκρηκτική και πληθωρική κωμωδία καταστάσεων της Françoise Dorin, «Χαμός στην εντατική», παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Βασίλη Πλατάκη από το θέατρο «Μπροντγουαίη». Οι παραστάσεις ξεκίνησαν τον περασμένο χειμώνα, περιοδεύουν επιλεκτικά αυτό το καλοκαίρι και θα συνεχιστούν για δεύτερη χρονιά από το προσεχές φθινόπωρο.
Η Françoise Dorin, κόρη του επιθεωρησιογράφου και τραγουδοποιού René Dorin, άρχισε την καριέρα της ως ηθοποιός στο πλευρό του Michel Picolli και του Roger Hanin. Χάρη στο πολύπλευρο ταλέντο της, έγραψε κείμενα για το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, μυθιστορήματα, άρθρα, ποιήματα και στίχους τραγουδιών που έγιναν επιτυχίες όπως το «Que c’est triste Venise», «N’avoue jamais» και το «Zorba le grec» που ερμήνευσε η Dalida. Από το 1967, θεατρικά της έργα αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν στις σκηνές του Παρισιού σημειώνοντας επιτυχία, ενώ δεν άργησαν να περάσουν τα σύνορα της Γαλλίας : «La Facture», «Le Sale Egoïste», «Le Tube», «Le Tournant», «Les Bonhommes» (με τον αξέχαστο Michel Serrault), «Si t’es beau, t’es con», «L’Autre Valse», «Le Tout pour le tout», «L’Etiquette», «L’Intoxe», «Les Cahiers tango», «Le Retour en Touraine», «L’Age en question» και το «Monsieur de St Futile». Το θέατρο της Dorin φιλοδοξούσε ν’ ανανεώσει το ύφος και τις θεματικές του μπουλβάρ και βάδισε στα χνάρια του Roussin και του Guitry.
Το 2001 ανεβαίνει στο Théâtre Saint-Georges η ανάλαφρη κωμωδία καταστάσεων «Soins Intensifs» («Χαμός στην εντατική») σε σκηνοθεσία Michel Roux και πρωταγωνίστρια τη Marthe Villalonga. Το έργο εκτυλίσσεται στη σύγχρονη εποχή, σ’ ένα δωμάτιο της εντατικής της κλινικής του Αγίου Λαζάρου. Ο γιατρός Ροζώ έχει ειδοποιήσει την κυρία Τοπέν ότι ο σύζυγός της βρίσκεται σε κώμα έπειτα από ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Έξαλλη εκείνη εισβάλλει στο θάλαμο φωνάζοντας «Αποσυνδέστε τον!» ενώ ο γιατρός την παρακινεί να μιλάει ασταμάτητα στο σύζυγό της προκειμένου να τον βοηθήσει να συνέλθει. Η κατάσταση του κρίνεται πολύ σοβαρή και τα περιθώρια ανάρρωσής του σχεδόν μηδαμινά. Η κυρία Τοπέν διστάζει να συνεργαστεί καθώς ο γάμος της, τα τελευταία είκοσι χρόνια, περνάει μεγάλη κρίση και η επικοινωνία μεταξύ τους είναι άκρως προβληματική. Στην υπόθεση θα εμπλακούν σε κωμικοτραγικές καταστάσεις μια δήθεν μουγκή και κουφή υπηρέτρια, η Μινίμ Καρατσιλέρ και η λεσβία κόρη της, η Μαρίνα, που θα περιπλέξουν περισσότερο τα πράγματα. Στη συνέχεια, μυστικά αποκαλύπτονται, δεδομένα ανατρέπονται, απάτες ξεσκεπάζονται ενώ το φινάλε φέρνει εκ νέου τα πάνω-κάτω αναιρώντας τα πάντα και αποκαθιστώντας την ορθή τάξη των πραγμάτων.
Το έργο μοιάζει υπόβαθρο προφάσεων και αφορμών, προκειμένου να στηθεί από ένα δραματικό συμβάν, ένα ολόκληρο οικοδόμημα ξεκαρδιστικών καταστάσεων που προκύπτουν από απανωτά απρόοπτα, συνεχείς ανατροπές και απρόβλεπτες εξελίξεις, με πρωταγωνιστή τον έξυπνα υπαινικτικό κωμικό λόγο που βάζει αυτή τη φορά στο στόχαστρο το αδιέξοδο της επικοινωνίας στις συζυγικές σχέσεις. Η μετάφραση του Νίκου Αθερινού, χάρη στην αμεσότητα των διαλογικών ανταλλαγών και στη διαστρωμάτωση των λεκτικών σημείων, ενεργοποίησε στο ακραιφνές «εδώ και τώρα» τις γλωσσικές αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της γνωστής στο κοινό κοινωνικής σκηνής. Ο λόγος εμπλουτίζεται από τα παραγλωσσικά σημεία των αυτοσχεδιαστικών εκφράσεων των ηθοποιών, των οποίων οι παρεμβολές προκαλούν άφθονο γέλιο, όταν χειρίζονται με μέτρο και ισορροπία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή όπου η κυρία Τοπέν μιμείται τις γυμναστικές κινήσεις που κάνει η Μαρίνα καθώς εφαρμόζει τη μέθοδο εγκεφαλικής διέγερσης που προτείνει κάποιος σπουδαίος καθηγητής. Η αδεξιότητα των χειρονομιών της και η ευρηματικότητα των αυτοσχεδιασμών χαρίζουν άπλετο και αβίαστο γέλιο.
Χωρίς υπερβολές και με αυτοσχεδιαστικό οίστρο, η πληθωρική Βάσια Τριφύλλη υποδύεται την απατημένη σύζυγο. Μαζί με το Βασίλη Πλατάκη στο ρόλο του γιατρού, «μάνα» στα φακελάκια, δημιουργούν ένα δίδυμο δυναμικής που κινείται σε κοινούς κωμικούς κώδικες. Η ταλαντούχα Εύα Αλεξανδρή, ως Μαρίνα, ερμηνεύει ευθύβολα τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας. Έξοχη και η Ελένη Φιλίνη, ως Μινίμ Καρατσιλέρ, ευθυγραμμίζεται με τη σκηνοθετική αντίληψη πλάθοντας ακόμα ένα κωμικό χαρακτήρα.



Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Χαμός στην εντατική» (Soins intensifs) της Françoise Dorin
Από το Θέατρο «Μπροντγουαίη»
Μετάφραση : Νίκος Αθερινός
Σκηνοθεσία – Φωτισμοί : Βασίλης Πλατάκης
Σκηνικά – Κοστούμια : Σάββας Πασχαλίδης
Μουσική : Σάκης Τσιλίκης
Βοηθός σκηνοθέτη : Νεκταρία Χουβαρδά
Βοηθός σκηνογράφου : Μανώλης Γιακουμάκης
Κατασκευή σκηνικού : Κώστας Σπιρούνης
Διευθυντής σκηνής : Αλέξανδρος Αφάμης
Παίζουν : Βάσια Τριφύλλη, Εύα Αλεξανδρή, Ελένη Φιλίνη και Βασίλης Πλατάκης

Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Όνειρα που μείνανε στο ράφι...




Ελάχιστα «πειραγμένα», με λίγες εμβόλιμες αλληγορικές αναφορές (ή καλύτερα προσαρμογές) σε επίκαιρα γεγονότα, «Τα Σκουπίδια» του Γιάννη Ξανθούλη ζωντανεύουν ξανά μετά από εικοσιένα χρόνια από το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Βέροιας σε μια «καλοκουρδισμένη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μαυρόπουλος. Η μουσική κωμωδία του Γιάννη Ξανθούλη ανέβηκε για πρώτη φορά το 1986 στο θέατρο «Αποθήκη» της Αλίκης Γεωργούλη γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία, ενώ άλλη μια εκδοχή παρουσιάστηκε στο θέατρο «Αθήναιον» το 2003.
Το εξαιρετικά καυστικό, ευρηματικό αυτό κείμενο μοιάζει με επιθεώρηση λόγω της δομής και της θεματολογίας του, την ανελέητη, δηλαδή, σάτιρα των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων. Ωστόσο, ξεπερνάει τα όρια της, διότι δεν στηρίζεται στην δύναμη της ατάκας που προκύπτει από την επικαιρότητα, τον τρέχοντα χρόνο, αλλά, διαμορφώνεται μέσα από ολοκληρωμένους χαρακτήρες που αρθρώνουν ένα λόγο άρτια δομημένο, με συνοχή και συνάφεια. Λόγος υπαινικτικός, βαθειά πολιτικός αλλά με ισχυρές δόσεις χιούμορ και σαρκασμού, μέσα από τον οποίο αναδύονται μεγάλες αλήθειες και ένας ώριμος σκεπτικισμός. Δε λείπει, επίσης, μια πρόθεση ποιητικής ματιάς, μια ατμόσφαιρα μελαγχολικού παραμυθιού για όσα εξακολουθούν να μας πονούν και τα «εξορκίζουμε» μέσα από το γέλιο. Οι ήρωες δεν κατονομάζουν πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά μέσα από τις καταγγελίες τους, θίγουν κακώς κείμενα, ήθη και αντιλήψεις που συναντάμε στις σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες μη αποφεύγοντας, ωστόσο, να «φωτογραφήσουν» έμμεσα τους υπαίτιους.
Τα σκουπίδια είναι οι συνωστισμένες μας αυτοβιογραφίες, ένα είδος πατικωμένης ιστορίας, φιμωμένης μέσα στο ζούληγμα. Η ιστορία εκτυλίσσεται το 2107. Ο κόσμος έχει έναν ακόμη αρχαιολογικό χώρο «Τα σκουπίδια». Την ημέρα της παράστασης, τυχαίνει να συμπληρώνονται 100 χρόνια που τα σκουπίδια είναι κλεισμένα στο μεγάλο σκουπιδοτενεκέ. Έτσι, γιορτάζουν γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, στο έτος 2007!
Ο σκηνικός χώρος είναι ένα πελώριο κολλάζ σκουπιδιών και αποδεικνύεται λειτουργικός. Εύστοχα τα κοστούμια και καλοσχεδιασμένοι οι φωτισμοί. Η μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη δένει αρμονικά με τους στίχους των τραγουδιών διαμορφώνοντας έναν καίριο συνθηματικό λόγο.
Πολύ καλές ερμηνείες από τους νέους ηθοποιούς που υποδύονται τα σκουπίδια. Ο Γιάννης Στόλλας (Πόντικας) κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού περνώντας από το ένα νούμερο στο άλλο. Ο Παύλος Ευαγγελόπουλος με το Σταύρο Καραγιάννη προσωποποιούν τα όνειρα που πετάξαμε, σε ένα νούμερο με έξυπνο και ευφυές χιούμορ. Συγκινητική η Ειρήνη Κουμαριανού στο ρόλο της μάνας. Μαζί με το Γιώργο Λέφα (Θυρωρός) που υποδύεται το γιο της σατιρίζουν την κομπορρημοσύνη και τη μανία των ανθρώπων να συνωστίζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα κυνηγώντας τη μεγάλη αλλαγή στη μίζερη ζωή τους. Έξοχη, ως χήρα Μπόγκου, η Έλενα Κρίτα που υποδύεται το πρόσωπο της αναφοράς με ποικιλία εκφραστικών μέσων. Ένα από τα πιο δυνατά νούμερα που σατιρίζει το διεφθαρμένο ήθος των πολιτικών, τον αριβισμό αλλά και τις μεγάλες φιλοδοξίες του αδίστακτου περίγυρου. Απολαυστικός ο Δημήτρης Μαυρόπουλος (Οδυσσέας) στη φιγούρα ενός φουκαρά μικροκλέφτη που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα κόσμο γεμάτο υποκρισία, αλαζονεία και κοινωνική αδικία. Η Βασιλική της Ζώγιας Σεβαστιανού είναι άλλη μια ηρωίδα, που μέσα από την αφήγηση των προσωπικών δεινών της, διακρίνουμε την κριτική που ασκεί ο συγγραφέας σε μια αδηφάγα κοινωνία που ορθώνει στα μέλη της αδιέξοδα και απελπισία. Ο Παύλος Ευαγγελόπουλος ξαναεμφανίζεται ως σερβιτόρος Μανίτσας που κάνει τρεις διαφορετικές δουλειές για να επιβιώσει. Ένα νούμερο υποδειγματικής δομής που μέσα από ένα κοινό άξονα «αρπάζει» την ευκαιρία και θίγει πολλά και διαφορετικά θέματα. Η νοσοκόμα Σάντα Ζουμπουλία που ερμηνεύει με κυνικότητα και αυτοσαρκασμό η Έλενα Κρίτα εντάσσεται σ’ ένα νούμερο που ασκεί έντονη κριτική στο ανεπαρκές εξευτελιστικό σύστημα υγείας και αντιμετωπίζεται με άφθονη χιουμοριστική διάθεση. Στην τελευταία σκηνή, τα μέλη μιας οικογένειας «ζωντανεύουν» μέσα από μια παλιά φωτογραφία πεταμένη στα σκουπίδια και μέσα από ζωηρές στιχομυθίες αναδύονται μίση, πάθη, απωθημένα και ανομολόγητες αλήθειες.
Αυτό που σώζει τα ιερά και τα όσια του Έλληνα, μαζί με τα «λερωμένα και τ’ άπλυτα» του, είναι αυτός ο διάχυτος σουρεαλισμός, τον οποίο βιώνει σε καθημερινή βάση. Μέσα από χαρακτηριστικές σιλουέτες που κατοικοεδρεύουν σε χώρους στιγματισμένους από ανοχές, ενοχές, αμαρτήματα, αγνότητα και αγαθοσύνη, η σουρεαλιστική αυτή υπόσταση δεν σταματά να προκαλεί τον κλαυσίγελο και τη διαρκή αναμονή ενός αναπάντεχου, που βρίσκεται ανά πάσα στιγμή ante portas…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τα σκουπίδια» του Γιάννη Ξανθούλη
Από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βέροιας
Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαυρόπουλος
Σκηνικά : Αντώνης Στεφανόπουλος
Κοστούμια : Ιωάννα Στεφανοπούλου
Χορογραφίες : Ζωή Κολλάτου
Μουσική : Γιάννης Ζουγανέλης
Φωτισμοί : Γιώργος Βέγκος
Παίζουν : Ειρήνη Κουμαριανού, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Έλενα Κρίτα, Γιώργος Λέφας, Ζώγια Σεβαστιανού, Παύλος Ευαγγελόπουλος, Γιάννης Στόλλας, Σταύρος Καραγιάννης, Γιάννα Ζιάννη, Μομώ Βλάχου, Μυρσίνη Χρυσοχοίδου, Ηλέκτρα Γωνιάδου και Ελένη Θυμιοπούλου

9/8 Ορεστιάδα, 10/8 Φανάρι Ροδόπης, 11/8 Μουδανιά, 20/8 Γιαννιτσά, 21/8 Κοζάνη, 22&25/8 Θεσσαλονίκη, 23/8 Αλεξανδρούπολη, 24/8 Πλατύ, 26/8 Χαλκηδόνα, 28/8 Βέροια, 1/9 Πρέβεζα, 2/9 Γιάννενα, 3/9 Τρίκαλα, 4/9 Λαμία, 5/9 Λάρισα, 6/9 Βόλος, 7/9 Βάρη, 9/9 Πειραιάς, 11/9 Ηλιούπολη, 12/9 Χαλκίδα, 13/9 Γαλάτσι, 14/9 Νέα Μάκρη, 15/9 Παπάγου και 16/9 Νέα Σμύρνη

Τρίτη 31 Ιουλίου 2007

Να μπει κανείς...ή να μην μπει;



Αυτό το καλοκαίρι, στο θέατρο «Παρκ», συνεχίζουν με επιτυχία οι παραστάσεις της ξεκαρδιστικής σαιξπηρικής παρωδίας «Άμλετ ο Β» του Sam Bobrick, που σκηνοθέτησε ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης ακολουθώντας τη συνταγή του διαδραστικού θεάτρου (interactive theater). Ο Sam Bobrick, που γεννήθηκε στο Σικάγο, έχει γράψει αρκετά έργα ανάμεσα στα οποία διακρίνονται τα : «Norman is that you?», «Murder at the Howard Johnson’s», «Wall’s Cafi», «Weekend Comedy», «Death in England» και «Hamlet Two». Ο «Άμλετ ο Β» είναι μια ανελέητη παρωδία του διαχρονικού αριστουργήματος του Σαίξπηρ κατά την οποία τίποτα δε μένει όρθιο. Όλα διακωμωδούνται, οι χαρακτήρες αλλοιώνονται και οι καταστάσεις οδηγούνται σε ακραίες εξελίξεις αποδεικνύοντας πόσο επικίνδυνα κοντά συνυπάρχουν το τραγικό με το κωμικό και πόσο εύθραυστες είναι οι σκηνικές ισορροπίες.
Αν το κοινό ανταποκριθεί με ευκολία και συμμετέχει ενεργά στα επί σκηνής τεκταινόμενα, η παράσταση έχει τη δυνατότητα, κυριολεκτικά, ν’ απογειωθεί! Η δράση δεν περιορίζεται στο σκηνικό χώρο, αλλά, απλώνεται και στην πλατεία. Από τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο των συντελεστών και τη διάθεση του κόσμου, η διάρκεια της παράστασης μπορεί να παραταθεί ή να διεκπεραιωθεί σε λιγότερο χρόνο, αν οι θεατές δε φανούν πρόθυμοι να γίνουν «συνένοχοι». Ο θίασος αμβλύνεται και αμβλύνει την δυναμική της μιμήσεως, ταυτίζοντας, σε πολλές στιγμές της παράστασης, την θεατρική πράξη με τον «κοινωνικό» ρόλο των ηθοποιών και των θεατών. Ωστόσο, η παρωδία του Αμερικανού Sam Bobrick δεν υπακούει πλήρως σε διαδραστικές στρατηγικές δεδομένου ότι δημιουργεί κωμικές αποκλίσεις με επίκεντρο τους χαρακτήρες του κλασικού Άμλετ. Σύμφωνα με την κριτικό και σημειολόγο του θεάτρου Μαρίκα Θωμαδάκη, «το έργο του Bobrick ανατέμνει σε βάθος τους ρόλους και αναδεικνύει τους δρώντες του Shakespeare σε ήθη και ιδεολογήματα με τεράστια σατιρική συγκέντρωση. Μέσα από το χιούμορ των μονολόγων και των διαλόγων του έργου του, ο Sam Bobrick συνδιαλέγεται δημιουργικά με τον Shakespeare και με τους διανθρώπινους χαρακτήρες του «Άμλετ», βάσει των οποίων ουδετεροποιούνται τα θεατρικά πορτρέτα και υπογραμμίζονται με έντονους χρωματισμούς οι σκηνικές καρικατούρες».
Οι επί σκηνής αυτοσχεδιασμοί των ηθοποιών, τα πειράγματα και οι μεταξύ τους πλάκες διαμορφώνουν με τον παλιμπαιδισμό τους, ένα κλίμα χαβαλέ! Αν και σε πολλά σημεία η παράσταση κινδυνεύει ν’ αγγίξει τα όρια του γελοίου με αστεία τύπου «πήγαινε να δεις αν έρχομαι», παρείστικα ανέκδοτα εφηβικού ύφους, χοντροκομμένα αστεία, υπέρμετρη ή άστοχη δόση βωμολοχίας και κάποια προβλήματα ρυθμού, το αποτέλεσμα είναι άκρως διασκεδαστικό! Η τρελή παρέα του αφελή και φοβητσιάρη Άμλετ αποτελείται από τη τζάνκι Οφηλία που καπνίζει ασταμάτητα μπάφους, τραγουδάει και χορεύει νέγρικους ραπ ήχους, το γκέι Λαέρτη που πηγαίνει στο Παρίσι να σπουδάσει μανικιούρ-πεντικιούρ, την αλλοπαρμένη Γερτρούδη που δε διστάζει να σμίξει με το γιο της, τον ατσούμπαλο, γκαφατζή αδελφοκτόνο βασιλιά Κλαύδιο, τον ωραιοπαθή Γκλίντενστερν, το λαίμαργο Ρόζενγκραντς, το δολοπλόκο Πολώνιο και τον ζωηρό Οράτιο. Οι ατάκες του φαντάσματος του πατέρα του Άμλετ καθώς και η σκηνή με τους νεκροθάφτες να παίζουν μουσική με τα εργαλεία του επαγγέλματός τους, χαρίζουν άφθονο γέλιο.
Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης υποστηρίζει με άνεση και αυτοσχεδιαστική ευχέρεια το ρόλο του Άμλετ. Ως Οφηλία, η Έφη Μουρίκη, με υπερβολή αλλά και βιτριολικό χιούμορ πλάθει μια άκρως κωμική φιγούρα. Ο Στάθης Βούτος στο ρόλο του Κλαύδιου και η Ελένη Τζώρτζη στο ρόλο της Γερτρούδη δημιουργούν ένα δίδυμο δυναμικής που κινείται με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Ο Πάνος Σταθακόπουλος (Λαέρτης) αποφεύγει σε μεγάλο ποσοστό τις παγίδες του ρόλου κινούμενος επιδέξια. Ο Γιάννης Κοτσαρίνης (Πολώνιος) και ο Κωνσταντίνος Κυριακού (Οράτιος) δημιουργούν εύστοχες διακυμάνσεις στους ρόλους τους και επικοινωνούν με το κοινό. Απολαυστικό δίδυμο αντιθέσεων ο Πρόδρομος Τοσουνίδης που υποδύεται τον Γκλίντενστερν και ο Μάκης Πατέλης, ως Ρόζενγκραντς. Η σκηνική τους χημεία και ετοιμότητα χαρίζουν αξέχαστα κωμικά στιγμιότυπα!
Παρακολουθώντας τέσσερις φορές την παράσταση, διαπίστωσα για πολλοστή φορά ότι η κάθε παράσταση είναι προϊόν μοναδικό και ανεπανάληπτο στο χρόνο (το μαγικό στοιχείο του εφήμερου) αλλά και την αδυναμία του κριτικού θεωρητικού λόγου να καταγράψει με ακρίβεια ή να επιχειρήσει να ταξινομήσει όσα διαδραματίζονται στο χαοτικό θεατρικό σύμπαν…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Άμλετ ο Β΄» του Sam Bobrick
Από τις θεατρικές επιχειρήσεις Βαγγέλη Λιβαδά
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Βλαδίμηρος Κυριακίδης
Σκηνικά – Κοστούμια : Φλώρα Κουτσουμάνη
Χορογραφίες : Ζελίνα Κιλίμη
Μουσική : Νίκος Παπουτσάς
Διδασκαλία Κρουστών : Δημήτρης Μενούνος
Φωτισμοί : Paolo Scritto
Παίζουν : Στάθης Βούτος, Γιάννης Κοτσαρίνης, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Πρόδρομος Τοσουνίδης, Έφη Μουρίκη, Μάκης Πατέλης, Πάνος Σταθακόπουλος, Ελένη Τζώρτζη, Κωνσταντίνος Κυριακού
Συμμετέχουν : Γιάννης Χριστοφάνης, Πέτρος Γιασεμής, Καλλιρόη Κορωνίου, Σοφία Καρατζογλίδου, Κωνσταντίνος Ησαϊας, Πένυ Διαμαντάκου

ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΡΚ
Λεωφόρος Αλεξάνδρας 36, τηλ. 210 82 13 920
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21. 30
Σάββατο – Κυριακή 18. 30