Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007

Σαν παλιά φωτογραφία



Σ’ ένα νέο, ιδιόμορφο και ενδιαφέρον πολυχώρο τέχνης, η θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε», οι παραστάσεις της οποίας απασχόλησαν με την πρωτοτυπία τους κοινό και κριτική, παρουσιάζει την τέταρτη παραγωγή της, το έργο του Άκη Δήμου, «Το Αίμα που μαράθηκε». Η ομάδα, που ίδρυσε ο σκηνοθέτης Γιώργος Σαχίνης, ξεκίνησε τη διαδρομή της με την παράσταση «Πείραμα Επτά επί Θήβας». Στη συνέχεια, ανέβασε το τολμηρό έργο της Paula Vogel «…και το μωρό μας κάνει 7» και το περασμένο καλοκαίρι την παράσταση «Καρδιά με κόκαλα. Βίος και πολιτεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Τη φετινή χειμερινή περίοδο, η ομάδα ανέβασε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το έργο του Albert Camus «Καλιγούλας».
Το έργο του Άκη Δήμου «Το Αίμα που μαράθηκε» είναι ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα». Πρόκειται για ένα κείμενο που η δραματική και τραγική πλοκή του εξελίσσεται σε μια πρωτόγνωρα δοσμένη, αφηγηματικά, Αθήνα, με τα σπίτια, τις γειτονιές, τα στέκια, τους ερημικούς και τους κεντρικούς πολυσύχναστους δρόμους της, «στη σκιάν της Ακροπόλεως και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Εκεί κατοικεί ο Νίκος με τη βαριά άρρωστη γυναίκα του τη Βιργινία και τη Λιόλια, ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, μακρινή συγγενή της συζύγου του. Σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, που πλεονάζει από λυρικές παρεμβολές και μεταφυσικά σύμβολα, κινούνται οι ήρωες, πρόσωπα ζυμωμένα από τη ζωή, με τα πάθη, τις ανατάσεις και τις πτώσεις της, υποχείριο μιας υπέρτατης δύναμης : της μοίρας. Το μυθιστόρημα έχει διασκευαστεί από τον Παντελή Χορν και έχει ανέβει στη σκηνή από το θίασο της Κυβέλης σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου, από την Εταιρεία Θεάτρου «Αιωρία» σε διασκευή-σκηνοθεσία Κατερίνας Σαρροπούλου και στο πλαίσιο της Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών σε σκηνοθεσία Λ. Γιαννακού. Στον κινηματογράφο έχει μεταφερθεί δυο φορές, ενώ στην τηλεόραση προβλήθηκε μέσα από σειρά της ΕΤ2.
Ο Άκης Δήμου με το «Αίμα που μαράθηκε» επανέρχεται στα οικεία μονοπάτια του διαλόγου με τα παλαιότερα έργα και δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα διακειμενική σύνθεση. Ο συγγραφέας μεταφέρει σε μια αποσπασματική και συναισθηματικά αποφορτισμένη μορφή τα βασικά υφολογικά γνωρίσματα του μυθιστορήματος, συνθέτοντας επί σκηνής ένα κόσμο ονειρικό, έναν κόσμο όπου η λυπητερή ερωτική ιστορία του Χρηστομάνου «ακούγεται» σαν ένα παλιό, «σκοτεινό παραμύθι». Οι τρεις ήρωες αφηγούνται από διαφορετική ο καθένας οπτική, την ιστορία τους. Ο τρόπος που λειτουργεί ο χώρος και ο χρόνος στο έργο ενισχύει την ονειρική ατμόσφαιρα του παραμυθιού. Στο κείμενο έχει επινοηθεί ένας τέταρτος χαρακτήρας, αυτός της Τρίτης Γυναίκας, που λειτουργεί και ως παντογνώστης αφηγητής. Παρεμβαίνει, σχολιάζει και ερμηνεύει τα λόγια των άλλων. Στο πρόσωπο αυτό συνοψίζονται, θα λέγαμε, όλες οι γυναίκες που, στο μυθιστόρημα, θαυμάζουν και ονειρεύονται το Νίκο. Ο έντονος λυρισμός που χαρακτηρίζει το ύφος του Χρηστομάνου μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από τον ποιητικό λόγο του Δήμου
Η σκηνοθετική ανάγνωση του Γιώργου Σαχίνη αναδεικνύει το ονειροφαντασιακό στοιχείο του έργου σε μια παράσταση σύγχρονης αισθητικής που φιλοδοξεί ν’ αφορά το θεατή. Ο ευφάνταστος σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιάννης Σκουρλέτης χωρίζεται σε δυο επίπεδα : από τη μια πλευρά, ένας θάλαμος που παραπέμπει σε νοσοκομείο όπου παρατίθενται στη σειρά τρία ράντζα και από την άλλη, ένα τούνελ με λευκά πανιά και φωτισμούς νέον στο βάθος του οποίου διακρίνεται ένα γαμήλιο τραπέζι.
Η Γεωργία Τσαγκαράκη, στο ρόλο της Βιργινίας, αποδίδει εύστοχα τις συναισθηματικές αποχρώσεις της ηρωίδας. Η Βιργινία, πιστή στην καθαρότητα που συμβολίζει το φεγγάρι με το οποίο ταυτίζεται, μοιάζει από την αρχή συμφιλιωμένη με την εμπειρία της απώλειας. Με μια ιδιάζουσα εκφορά λόγου και με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα η Τζίνα Θλιβέρη ερμηνεύει τη Λιόλια, υπογραμμίζοντας την εύθραυστη αισθαντικότητα στη σκηνική της υπόσταση. Η Λιόλια ταυτίζεται με τον ήλιο που υποδηλώνει τη γήινη παρουσία και τη δύναμη του έρωτα, της ζωής, της ημέρας, των λουλουδιών. Ως Τρίτη Γυναίκα, η Αγγελική Λεμονή σκιαγραφεί μια μυστηριώδης φιγούρα που υποδηλώνει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στον κόσμο των νεκρών και των ζωντανών. Ενδιαφέρουσα και ισορροπημένη ερμηνεία. Ο Γιώργης Τσαμπουράκης υποδύεται το Νίκο, το αντικείμενο του πόθου, κίνητρο για να αφηγηθούν οι δυο γυναίκες την ερωτική ιστορία τους. Η μετακίνηση του πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα δεν έχει άμεσα ανιχνεύσιμη επεξήγηση…


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Αίμα που μαράθηκε» του Άκη Δήμου
Ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα»
Από τη θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε»
Σκηνοθεσία : Γιώργος Σαχίνης
Χορογραφία : Ειρήνη Αλεξίου
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική : Κώστας Δαλακούρας
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Συνεργάτες παραγωγής : Αριστείδης Ασπρούλης, Μαίρη Λογοθέτη
Παίζουν : Τζίνα Θλιβέρη, Αγγελική Λεμονή, Γεωργία Τσαγκαράκη, Γιωργής Τσαμπουράκης

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Καλλιδρομίου 68, Εξάρχεια, τηλ. 210 80 68 552, 697 80 14 815
Από 7 Ιουλίου έως 10 Αυγούστου
Τρίτη-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 21. 00

Παραμυθένια παραβολή

Πλούσια παρακαταθήκη το έργο αλλά και οι αφηγήσεις των πλανόδιων καλλιτεχνών που συνηθίζουν να λένε ότι «η ζωή τους είναι ο δρόμος». Ο τρόπος και η στάση ζωής τους άσκησαν επιρροή και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για μεγάλους δημιουργούς. Οι φορητές σκηνές, από το θρυλικό άρμα του Θέσπη ως τα περιπλανώμενα μπουλούκια συνδέθηκαν με διάφορες μορφές λαϊκού θεάτρου. Φαινόμενο ρευστό και πολύπλευρο που φθάνει από την παραστατική ιεροτελεστία ως την απλή διασκέδαση πλατιών μαζών.
Σε αυτό το είδος θεάτρου στηρίζεται η ευφάνταστη και πρωτότυπη ιδέα που υλοποίησε φέτος το φεστιβάλ Αθηνών. Θέατρο σε τροχόσπιτο! Ένα βαν μεταφέρει ένα τροχόσπιτο, σχεδιασμένο από τον εικαστικό Σωκράτη Σωκράτους, με προδιαγραφές αυτόνομης θεατρικής σκηνής. Το όχημα ταξιδεύει και κάνει στάσεις σε διάφορες γωνιές της Αθήνας για να δώσει παραστάσεις που απευθύνονται σε κοινό κάθε ηλικίας. Το έργο είναι μια ελεύθερη προσαρμογή της ταινίας του Ιταλού, βραβευμένου με Όσκαρ, σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι «La Strada». Η Γαλλίδα ηθοποιός και σκηνοθέτης Pierrette Dupoyet έγραψε ένα μονόλογο με ηρωίδα τη Τζελσομίνα που αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής της. Η φτωχή κοπέλα αναγκάζεται για βιοποριστικούς λόγους να εγκαταλείψει την οικογένεια της και ν’ ακολουθήσει τον σκληρό ζογκλέρ Ζαμπάνο που δίνει υπαίθριες παραστάσεις περιπλανώμενος από χωριό σε χωριό. Μια περίεργη σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους καθώς εκείνος προσπαθεί να την εκπαιδεύσει στις τεχνικές του θεάτρου του δρόμου και του τσίρκου. Θέλει να την υποτάξει στη δική του θέληση, να την κάνει υποχείριο του, την καταπιέζει, την κακομεταχειρίζεται και σύντομα η Τζελσομίνα θα προσπαθήσει ν’ απαλλάξει τον εαυτό της από τον ασφυκτικό κλοιό που την απειλεί. Η γνωριμία της με τον «Τρελό» θα την γοητεύσει ανοίγοντας της νέους ορίζοντες. Όμως, τα πράγματα εξελίσσονται δυσάρεστα, ο Ζαμπάνο σκοτώνει από φθόνο τον «τρελό» και η ηρωίδα βρίσκει ένα τραγικό τέλος.
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαυρογεωργίου κράτησε το βασικό ιστό της ιστορίας κάνοντας κάποιες αφηγηματικές παρεμβάσεις ενώ προσάρμοσε πρόσωπα και καταστάσεις στα ελληνικά δεδομένα όπως, για παράδειγμα, την αλλαγή των ονομάτων: η Τζελσομίνα έγινε Σπυριδούλα και ο Ζαμπάνο έγινε Μήτσος. Και σε αυτή τη σκηνοθεσία, το στίγμα του νεαρού ευφάνταστου δημιουργού είναι εμφανές. Στα κείμενα που γράφει και σκηνοθετεί («Κατσαρίδα», «Μόνο την αλήθεια, Μέρος Ι», «Ιστορίες από το Κατάρ») οι ήρωες του κατοικούν σε ένα παραμυθένιο κόσμο, σε μια ονειρική ατμόσφαιρα. Το «πειραγμένο» φινάλε του έργου σε χιπ-χοπ ρυθμούς με τη γλυκόπικρη γεύση ότι «κι ένα πετραδάκι να είσαι χρησιμεύεις σε κάτι» προσδίδει στο όλο εγχείρημα αέρα αισιοδοξίας και θετική ενέργεια!
Το τροχόσπιτο, γύρω και μέσα στο οποίο κινείται η Σπυριδούλα, μια φιγούρα καρτούν, γίνεται τελικά το κέλυφος αυτής της περιπλανώμενης ψυχής που έρχεται αντιμέτωπη με τους ανθρώπους, την αγάπη και το μίσος, το καλό και το κακό. Καταλυτικό ρόλο διαδραματίζουν οι ζωηροί φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ που προσθέτουν, μαζί με την υπέροχη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα, μια παιχνιδιάρικη χροιά κάνοντας αντιθέσεις με τον κατάλευκο, άδειο (εκτός από ελάχιστα αντικείμενα) σκηνικό χώρο. Κατασκευασμένο από ημιδιάφανο πλεξιγκλάς, το τροχόσπιτο είναι έτσι σχεδιασμένο, ώστε η μετωπική πλευρά να κατεβαίνει σαν ράμπα, τα πλαϊνά να είναι συρόμενα, το εσωτερικό να χρησιμοποιείται για τη δράση, καθώς και η οροφή στην οποία ανεβαίνει η ηθοποιός από μια εσωτερική σκαλίτσα
Η Όλια Λαζαρίδου ενσαρκώνει, χειριζόμενη ευθύβολα τα πλούσια εκφραστικά της μέσα, τη Σπυριδούλα, ένα αλητάκι – σκλαβάκι που ακολουθεί κατά πόδας τον Μήτσο ακόμη κι όταν εκείνος την αφήνει για να επισκεφθεί τις πόρνες της περιοχής.. Μοναδική αφηγηματική δεινότητα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών. Μια παιδική αθωότητα που συγκινεί με τη γνησιότητα της! Με τις εναλλαγές της φωνής της και με τη χορογραφική κινησιολογία της υποδύεται όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την ακρίβεια της υποκριτικής υφολογίας της.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Pierrette Dupoyet «Τζελσομίνα»
Ελεύθερη προσαρμογή της ταινίας του Federico Fellini «La Strada»
Διασκευή : Όλια Λαζαρίδου-Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνοθεσία : Βασίλης Μαυρογεωργίου
Κατασκευή τροχόσπιτου - Σκηνικά - Κοστούμια : Σωκράτης Σωκράτους
Μουσική : Κωνσταντίνος Βήτα
Φωτισμοί : Ελευθερία Ντεκώ
Ερμηνεύει η Όλια Λαζαρίδου
Συμμετέχει ο Γιώργος Τσούλαρης

ΘΕΑΤΡΟ ΣΕ ΤΡΟΧΟΣΠΙΤΟ
8 & 13/6 Πειραιώς 260 (Κήπος), 18/6 Κορεάτικη Αγορά, 25/6 Πεδίον του Άρεως, 27/6 Αττικό Άλσος, 3/7 Πάρκο Κολωνού, 10/7 Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς) , 14/7 Μικρή Επίδαυρος, 16/7 Φεστιβάλ Ολυμπίας
Ώρα έναρξης : 21.00
Είσοδος Ελεύθερη
Υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς

Ερωτική μονομαχία



Στο «Κουαρτέτο» (1981) του Ανατολικογερμανού Heiner Müller (1929- 1995) προτείνεται μια διαλογικότητα, όπου τα πρόσωπα διαχέονται σε εναλλάξιμους ρόλους ακολουθώντας ένα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι σε βαθμό όπου ο θάνατος του εγώ να «δείχνεται» προσποιούμενος το θάνατο του άλλου, του ρόλου. Ο τίτλος παραπέμπει σε ρόλους κι όχι σε πρόσωπα : ο Βαλμόν και η Μερτέιγ παίζουν τους εαυτούς τους αλλά και τις Μαντάμ ντε Τουρβέλ και Βολάνζ. Σύγκρουση φύλων με αντεστραμμένους όρους, αφού το αρσενικό προσποιείται το θηλυκό και το θηλυκό το αρσενικό μέσα σ’ ένα παιχνίδι της άρνησης του «εγώ» και υιοθέτησης του προσωπείου που συνιστά το έτερον. («Νομίζω θα μπορούσα να εθιστώ στο να είμαι γυναίκα, Μαρκησία»).
Οι δυο κεντρικοί ήρωες, σαν επιζώντες από κάποιο γενικό όλεθρο, ενσαρκώνουν σε ένα σύγχρονο αντιπολεμικό καταφύγιο την ίδια τη φθορά. Παρακμή και πτώση, ερειπιώδης κατάσταση και σαθρότητα, εξαχρείωση και σαρκασμός είναι τα νοητικά μοτίβα πάνω στα οποία ο συγγραφέας ανασυνθέτει υλικό από το επιστολικό μυθιστόρημα του Choderlos de Laclos «Επικίνδυνες Σχέσεις» (1781) και το επανεγγράφει με τους δικούς του όρους. Από τον αυτοσαρκασμό, τη χλεύη και την τραγική γελοιότητα εκπορεύεται η ιδέα αυτού του μεταμοντέρνου κειμένου με κωμική διάσταση και στοιχεία μαύρης φάρσας. Πρόκειται για ένα διάλογο αλληλοσπαραγμού, ψυχικού ερέβους, μακάβριας σεξουαλικότητας των δυο εραστών που μάλλον διανύουν το τελευταίο κομμάτι του πολυτάραχου και σκανδαλώδους βίου τους. Χωρόχρονος : Σαλόνι πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Μπούνκερ μετά τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1987 ο Robert Wilson ανεβάζει το έργο στο Αυλικό Θέατρο του Λούντβιχμπουργκ. Η παράσταση χαρακτηριζόταν από την απουσία της πολιτικής διάστασης. Σύμφωνα με την κριτικό θεάτρου Ελένη Βαροπούλου «η μεταμοντέρνα εικονοφιλική αισθητική του σκηνοθέτη προσέδιδε στην αβυσσαλέα διαλεκτική του συγγραφέα μια δαιμονική όσο και χορογραφική όψη, μέσα από ένα είδος σκηνικής τριγωνομετρίας, με ιερατικούς ανθρώπινους γραφισμούς, με εξεζητημένα τρίγωνα και διαγωνίους». Η προβληματική του χρόνου είχε έρθει σε πρώτο πλάνο με την προσωποποίησή του και την εμφάνιση του ως συμβολική φιγούρα.
Είκοσι χρόνια μετά, ο σκηνοθέτης επανέρχεται στο σύντομο, πυκνό αυτό κείμενο-ερωτική μονομαχία, αιώνιο πόλεμο των φύλων, αγώνα λόγου, ατέρμονο παιχνίδι ταυτοτήτων και μεταμφιέσεων απαράμιλλης ειρωνείας και σκληρότητας. Ο Ariel Garcia Valdès στο ρόλο του Βαλμόν αντιμέτωπος με την Μαρκησία ντε Μερτέιγ, την οποία ενσαρκώνει η Isabelle Huppert, δοκιμάζουν τους εαυτούς τους σε μια επίδειξη υποκριτικής και ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας. Τους πλαισιώνουν ένα ζευγάρι χορευτών κι ένας ηλικιωμένος ηθοποιός δημιουργώντας έτσι ένα κουιντέτο!
Ευρηματική και σύνθετη η σκηνοθετική ανάγνωση του Αμερικανού μάγου της εικόνας Robert Wilson. Η φορμαλιστική αισθητική του σκηνικού χώρου που «κατοικείται» από ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα ανέδειξε με πρωτότυπο και καινοτόμο προσανατολισμό το παιχνίδι των ρόλων και των μεταμορφώσεων. Η εναλλαγή ασπρόμαυρων και έγχρωμων φωτισμών παρέπεμπε σε κινηματογραφικά πλάνα σηματοδοτώντας έννοιες όπως το εφήμερο της ηδονής (έντονο κόκκινο ή μωβ) αλλά και την αιωνιότητα του θανάτου (μαύρο). Αλληλοδιαδοχή φωτοσκιάσεων, εξπρεσιονιστικών χρωμάτων και γεωμετρικών σχημάτων! Εικαστικό δρώμενο που προκαλεί αισθητική τέρψη στο θεατή ακόμα και κατά τη διάρκεια εναλλαγής των σκηνικών. Ένα θέατρο που στηρίζεται στη μαγική δύναμη της εικόνας και αποκτά έναν πολύ έντονο ονειρικό χαρακτήρα και μια παραμυθένια διάσταση που καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Το λευκό μακιγιάζ στα πρόσωπα των ηθοποιών έδινε την αίσθηση μάσκας που «φανερώνει κρύβοντας ή κρύβει φανερώνοντας» μεγάλες αλήθειες για τη ζωή και το θάνατο, για τον έρωτα και το θάνατο.
Σκηνοθετικός πλουραλισμός και πολλαπλότητα υποκριτικών τεχνικών. Οι κινησιακοί και φωνητικοί κώδικες εξασφάλιζαν στην παράσταση συνοχή και ενιαία υφολογία. Κραυγές, σπασμωδικές κινήσεις, εκκωφαντικοί θόρυβοι, εναλλαγή αργόσυρτης αλλά και ταχύρρυθμης εκφοράς του λόγου, ρυθμοί rock’n’roll, rap, επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων σε διαφορετική ή κλιμακωτή τονικότητα, παρατεταμένη σιωπή, εικόνες-ταμπλό υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και τις εύθραυστες ισορροπίες των σχέσεων των δύο φύλων, που εκπροσωπούνται από τους δυο πρωταγωνιστές. Οι σαφείς αναφορές σε προγενέστερες ή σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις καθώς και οι παραπομπές σε υποκριτικές μεθόδους επαληθεύουν την έννοια - ή τον όρο- της «δια-παραστατικότητας».
Έντονη συγκινησιακή φόρτιση στην τελευταία δυνατή εικόνα του έργου με την Isabelle Huppert, πλάτη στο κοινό, να βαδίζει αργά προς το σκοτάδι, κρατώντας τις γόβες της, ένα ενυδρείο την ακολουθεί και αυτή επαναλαμβάνει σε διάφορες τονικότητες την τελευταία φράση του κειμένου : «Θάνατος μιας πόρνης. Τώρα είμαστε μόνοι, Καρκίνε αγάπη μου».


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κουαρτέτο» του Heiner Muller
Παραγωγή :Odéon -Théâtre de l’Europe, La Comédie de Genève, Théâtre du Gymnase/Marseille
Μετάφραση : Jean Jourdheuil, Béatrice Perregaux
Σκηνοθεσία, σκηνογραφία, φωτισμοί : Robert Wilson
Μουσική : Michael Galasso
Βοηθός σκηνοθέτη : Ann-Christin Rommen
Βοηθός σκηνογράφου : Stéphanie Engeln
Κοστούμια : Frida Parmeggiani
Παίζουν : Isabelle Huppert, Ariel Garcia Valdès, Rachel Eberhart, Philippe Lehembre, Benoît Maréchal

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (Θέατρο Ολυμπία)
Ακαδημίας 59-61, τηλ. 210 36 12 461
2, 3, 4, 6, 7 & 8 Ιουλίου στις 21. 00

Στα γαλλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους (μετάφραση : Ελένη Βαροπούλου)

Ροκάδες στο σαλόνι μας!!!

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, για άλλη μια χρονιά, πέντε θεατρικές ομάδες στεγάζουν τη δουλειά τους στα πλαίσια του θεσμού «Άδειος Χώρος» που έχει για φετινό θέμα «Νεοελληνικά έργα σε πρώτη παρουσίαση». Η ομάδα «Nova Melancholia» παρουσίασε το έργο «Οφηλία/LEGO» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα, η ομάδα «Τσούκου-Τσούκου» ανέβασε την παράσταση «Neon» σε κείμενο-σκηνοθεσία Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, η ομάδα «Θεώρηση» έπαιξε το έργο της Μαίης Σεβαστοπούλου «Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» ενώ η «Ομάδα των πέντε» θα κλείσει το φετινό κύκλο των εκδηλώσεων με το έργο «Οι πριγκίπισσες που…» της Γιάννας Καφέ που σκηνοθέτησε η συγγραφέας με τη Δέσποινα Μαραγκουδάκη.
Η θεατρική ομάδα «Πείραμα» συμμετέχει στο θεσμό με το ανέβασμα του έργου «Η μπάντα» που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κώστας Δριμυλής. Πρόκειται για την τρίτη δουλειά της ομάδας που ιδρύθηκε το 2003. Έχουν παρουσιαστεί, πάλι σε κείμενο και σκηνοθεσία του Κώστα Δριμυλή, τα έργα : «Η τρομακτική ανακάλυψη του Δρ. Γκάρφενμπουργκ» στο θέατρο Επί Κολωνώ και «Αγάπα με» στο θέατρο Ιλίσια-Βολανάκη. Παράλληλα με το θέατρο, έγινε η παραγωγή μιας ταινίας μικρού μήκους με τον τίτλο «Μαρτυρίες», που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Δράμας και στο Romania Anonimul International Film Festival. Στόχος της ομάδας είναι η παρουσίαση παραστάσεων ελληνικών και όχι μόνο, έργων με επίκεντρο το σύγχρονο άνθρωπο και τα προβλήματα του. Ιδιαίτερη θέση σε αυτές έχουν ποικίλες μορφές τέχνης όπως ο χορός, η μουσική και το τραγούδι. Σαν βασικό άξονα δουλειάς, η ομάδα χρησιμοποιεί τον αυτοσχεδιασμό καθώς τα νέα κείμενα δοκιμάζονται κατά τη διάρκεια των προβών και αν είναι απαραίτητο διορθώνονται.
Με το έργο «Η μπάντα», η νεανική θεατρική ομάδα θέτει το ερώτημα : «Τι θα κάνατε αν ξυπνούσατε ένα πρωί και βλέπατε στο σαλόνι σας ένα ροκ συγκρότημα;». Ένα συνηθισμένο ανδρόγυνο, που η ζωή του κυλάει ήρεμα, χωρίς περίεργα, παράξενα και αφύσικα πράγματα βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης με την ξαφνική εισβολή και μόνιμη εγκατάσταση ενός ροκ συγκροτήματος στο σπίτι τους. Η αστυνομία, που ασταμάτητα καλούν, αδυνατεί να αντιδράσει καθώς έχουν σημειωθεί άλλες 200 καταγγελίες για παρόμοια περιστατικά. Το ζευγάρι δοκιμάζει διάφορους τρόπους για να διώξει τους απρόσκλητους «επισκέπτες» που κατά διαστήματα σπάνε τη σιωπή και την ακινησία τους για να ερμηνεύσουν κάποιο τραγούδι. Η ανεξήγητη, απρόβλεπτη αυτή κατάσταση φθάνει στο απροχώρητο και η γυναίκα μετά από έντονη διαμάχη με το σύζυγό της εγκαταλείπει το σπίτι, ομολογώντας ουσιαστικά ότι αυτό στάθηκε η αφορμή και όχι η αιτία της διάλυσης της σχέσης τους. Το διαμέρισμα αδειάζει και ενώ από τα υπόλοιπα νοικοκυριά οι μυστηριώδεις φιγούρες έχουν εξαφανιστεί, στο συγκεκριμένο παραμένουν. Η μεσίτρια το δείχνει σε νέους πελάτες και η αποκάλυψη της μικρής αυτής «λεπτομέρειας» όχι μόνο δεν απομακρύνει, αλλά αντίθετα, ενώνει ακόμα περισσότερο τους καινούργιους ιδιοκτήτες που φαίνεται να το διασκεδάζουν κιόλας!
Έξυπνη και πρωτότυπη η ιδέα της σύλληψης αυτής της «σουρεαλιστικής» κωμωδίας που σχολιάζει καυστικά με έναν έμμεσο τρόπο τα αδιέξοδα των σχέσεων, τη μίζερη διάθεση, την έλλειψη ειλικρίνειας, την αδυναμία της επικοινωνίας αλλά και την υποκρισία. Κάποιες δραματουργικές αδυναμίες καθιστούν ασαφείς τις προθέσεις ενός εγχειρήματος που, παρόλο που διασκεδάζει και προβληματίζει ταυτόχρονα το θεατή, δεν είναι ξεκάθαρο ως προς αυτό που επιθυμεί να εκφράσει. Ωστόσο, οι ανατρεπτικές καταστάσεις και τα σκηνικά ευρήματα προκαλούν άφθονο γέλιο. Η ιδιόμορφη συνύπαρξη των ηθοποιών με τους μουσικούς που δεν είχαν απλά θέση ζωντανής ορχήστρας αλλά ενός ρόλου είναι αρμονική και κατόρθωσε να λειτουργήσει. Οι πολύ καλές εκτελέσεις ροκ τραγουδιών επιτυγχάνουν να διαμορφώσουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η μπάντα» του Κώστα Δριμυλή
Από τη θεατρική ομάδα «Πείραμα»
Σκηνοθεσία : Κώστας Δριμυλής
Βοηθός σκηνοθέτη : Ειρήνη Τριανταφυλλίδη
Σκηνικά : Δήμητρα Κοτσώνα
Κοστούμια : Αθηνά Πουρνάρα
Επιμέλεια κίνησης : Χριστίνα Βασιλείου
Φωτισμοί : Μιχάλης Μπούρης, Παναγιώτης Τσάγκας
Μακιγιάζ : Συμέλα Καλαϊτζίδου
Παίζουν : Αλεξάνδρα Κολέτσου, Παναγιώτης Μαρίνος, Ειρήνη Παπαδημάτου, Θάνος Αλεξίου και Μερσίνη Καϊμά
Συμμετέχει το ροκ συγκρότημα οι «TRAP» που αποτελείται από τους μουσικούς : Άκης Βιντζηλαίος, Άγης Κριμπένης, Στέλιος Νομικός, Γιάννης Δρυμαρόπουλος και Γιάννης Λιανός

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μεγάλη Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131
Από 22 έως 28 Ιουνίου στις 20. 00

Κερδίζοντας τη λύτρωση

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, για άλλη μια χρονιά, πέντε θεατρικές ομάδες στεγάζουν τη δουλειά τους στα πλαίσια του θεσμού «Άδειος Χώρος» που έχει για φετινό θέμα «Νεοελληνικά έργα σε πρώτη παρουσίαση». Η ομάδα «Nova Melancholia» παρουσίασε το έργο «Οφηλία/LEGO» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα και η ομάδα «Τσούκου-Τσούκου» ανέβασε την παράσταση «Neon» σε κείμενο-σκηνοθεσία Αντώνη Τσιοτσιόπουλου. Η ομάδα «Πείραμα» θα ανεβάσει τις επόμενες μέρες το έργο «Η μπάντα» που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κώστας Δριμυλής ,ενώ η «Ομάδα των πέντε» μας συστήνεται με την παράσταση «Οι πριγκίπισσες που…» της Γιάννας Καφέ που σκηνοθέτησε η συγγραφέας μαζί με τη Δέσποινα Μαραγκουδάκη.
Στο θεσμό συμμετέχει φέτος και η Καλλιτεχνική Εταιρεία «Θεώρηση» που ίδρυσαν ο Γιώργος Χατζηδάκης με τη Μαίη Σεβαστοπούλου. Στη δεκαεξάχρονη πλέον πορεία της, η ομάδα έχει ανεβάσει 25 έργα και έχει δώσει πολυάριθμες παραστάσεις σε σημαντικές πολιτιστικές διοργανώσεις και φεστιβάλ στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα. Το θεατρικό κείμενο «Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» γράφτηκε από τη Μαίη Σεβαστοπούλου ειδικά για τις παραστάσεις στον «Άδειο Χώρο». Μέσα από τη γραφή του θίγονται καυτά κοινωνικά θέματα όπως η ομοφυλοφιλία, ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά και η αιμομιξία. Στην επεξεργασία αυτών των θεματικών, ο έντονα βιωματικός λόγος γεννά σκέψεις και ερωτήματα γύρω από το δίπτυχο Θύτες-Θύματα. Πόσο υπεύθυνοι είναι οι θύτες; Η «πολιτισμένη» κοινωνία μας, διαμορφωμένη με νόμους και κανόνες καμιά φορά παράλογους, γεννάει ανθρώπους άρρωστους ψυχικά, οδηγώντας τους σε ακραίες έως και εγκληματικές πράξεις. Από την άλλη πλευρά, τα θύματα. Πόσο αθώα είναι στην πραγματικότητα; Και πόσο το νεαρό της ηλικίας τους δικαιολογεί μια απόλυτη παθητικότητα που οδηγεί στον αφανισμό τους;
Μετά το βίαιο από διαφορετικά αίτια θάνατό τους, τέσσερις κοπέλες που δε γνωρίζονται μεταξύ τους, συναντιούνται σ’ έναν υπερβατικό χώρο του οποίου οι κανόνες τις υποχρεώνουν ν’ αφηγηθούν με λεπτομέρειες τα χτυπήματα της μοίρας, δηλαδή τις συμφορές που βίωσαν. Δύο από αυτές αυτοκτόνησαν και δύο δολοφονήθηκαν. Κάθε ηρωίδα αφηγείται τη δική της περιπέτεια και κατά τη διάρκεια του κάθε μονολόγου, τα υπόλοιπα πρόσωπα δεν παραμένουν απλοί θεατές. Αντίθετα, παρεμβαίνουν στη δράση ζωντανεύοντας μορφές που αναφέρονται στην κάθε ιστορία σ’ ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων και μεταμορφώσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία γνωρίζονται, αγαπιούνται και κερδίζουν τη λύτρωση. Η συγγραφέας επισημαίνει «πως η βαθειά γνώση του πόνου του συνανθρώπου μας, μας οδηγεί στην συγχώρεση, πολλές φορές και του θύτη μας». (Σε παρόμοια θεματική αλλά με διαφορετικό ύφος γραφής κινήθηκε και η παράσταση «The Black-eyed» της παλαιστινιακής καταγωγής Αμερικανίδας Betty Shamieh, που σκηνοθέτησε πρόσφατα ο Τάκης Τζαμαργιάς με την εταιρεία θεάτρου «Δυτικά της Πόλης» στο θέατρο «Φούρνος»).
Στον κέντρο της άδειας σκηνής, ο επιβλητικός κορμός δένδρου ενισχύει την ακαθόριστη, ασαφή αναφορά του τόπου και του χρόνου που εκτυλίσσεται η δράση ενώ οι τέσσερις βαλίτσες λειτουργούν συμβολικά μοιάζοντας να περικλείουν γεγονότα, καταστάσεις, συναισθήματα της ζωής της κάθε ηρωίδας. Οι τέσσερις κοπέλες είναι ντυμένες με το ίδιο λευκό ένδυμα, ομοιόμορφα, επιλογή που τονίζει την αποκοπή τους από την υλική τους υπόσταση δίνοντας έμφαση στην ψυχική. Οι μουσικές επιλογές καθώς και ο σχεδιασμός των φωτισμών εστιάζουν σε καίρια σημεία του έργου που κορυφώνεται η αφήγηση φορτίζοντας συγκινησιακά μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Τέσσερις νέες ηθοποιοί κατορθώνουν να λειτουργήσουν ομαδικά με υποδειγματικό τρόπο σε μια εύρυθμη παράσταση. Οι ερμηνείες τους, που ακολουθούν κοινούς υποκριτικούς κώδικες, ευθυγραμμίζονται σε μια ενιαία σκηνοθετική αντίληψη. Η Εύη Φώτου ερμηνεύει την Αντωνία, η Φιλίτσα Βουλιώτη τη Μαργαρίτα (αριστούχες απόφοιτες της Δραματικής Σχολής «Θεμέλιο»), η Αλεξία Τερεζάκη την Άλμα και η Νίκη Αναστασίου τη Δέσποινα.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» της Μαίης Σεβαστοπούλου
Από την Θεατρική Ομάδα «Θεώρηση»
Σκηνοθεσία : Ομάδα «Θεώρηση»
Σκηνικά – Κοστούμια : Νίκη Αναστασίου, Αλέξια Τερεζάκη
Μουσική επιμέλεια : Φιλίτσα Βουλιώτη, Εύη Φώτου
Παίζουν : Εύη Φώτου, Αλέξια Τερεζάκη, Νίκη Αναστασίου και Φιλίτσα Βουλιώτη

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μικρή Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131

Της ύπαρξής μου το μυστήριο...

«Ο δε όφις ην φρονιμότατος πάντων των θηρίων των επί της γης, ων εποίησεν κύριος ο Θεός».

Γένεσις 3 -1

Η νέα σκηνοθέτης Σμαράγδα Χατζηδάκη καταπιάνεται με το δύσκολο, απαιτητικό και αλληγορικό έργο του Λόρδου Μπάυρον «Κάϊν» υπογράφοντας την πρώτη της δουλειά. Η ενασχόληση της με το κείμενο ξεκίνησε την περσινή χρονιά στο θέατρο «Σημείο» όπου δόθηκαν λίγες παραστάσεις. Η σκηνοθέτης δούλεψε εκ νέου πάνω στο έργο, επεξεργάστηκε σκηνές κάνοντας απαραίτητες τροποποιήσεις, εξέτασε ζητήματα από διαφορετική σκοπιά και καταθέτει φέτος άλλη μια εκδοχή στο θέατρο «Άλεκτον». Ρέουσα, ποιητική και λειτουργική η μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου- Παγκουρέλη που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση.
Ο Λόρδος Μπάυρον (1788-1824) υπήρξε σημαντικός Άγγλος ποιητής, πρωτοστάτης του κινήματος του Ρομαντισμού και φιλέλληνας. Μέσα στην πλούσια ποιητική του παραγωγή, υπάρχουν ελάχιστα έμμετρα θεατρικά έργα στα οποία παρουσιάζει, με τη μέθοδο των ζωγράφων του Κουατροτσέντο, δραματικές μεταμφιέσεις του εαυτού του : «Μαρίνος Φαλιέρος», «Μάνφρεντ», «Κάϊν», «Σαρδανάπαλος», «Οι δυο Φόσκαροι», «Ουρανός και γη» και ο «Βέρνερ», που μαρτυράει φανερή επίδραση από το «Φάουστ» του Γκαίτε. Στην Ελλάδα, έχουν παρουσιαστεί η όπερα «Μάνφρεντ» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και ο «Κάϊν» σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας.
Ο «Κάϊν», έργο καθαρά αυτοβιογραφικό, εκφράζει ένα πολύ σύγχρονο υπαρξιακό προβληματισμό. Ο ποιητής παρουσιάζει το ταξίδι στη γνώση και την αναζήτηση της ευτυχίας, όσο αυτή μπορεί να επιτευχθεί στον κόσμο έξω από τον παράδεισο, όπου και εκτυλίσσεται η δράση. Ο ήρωας ταλαντεύεται ανάμεσα στην πνευματική αναζήτηση, την ικανοποίηση της οποίας του προσφέρει ο Εωσφόρος και στην γήινη υλική ύπαρξη που εκφράζει η αδελφή και γυναίκα του, Άδα. Ο Κάϊν απαρνιέται τον Παντοδύναμο, συνωμοτεί με τον Εωσφόρο και σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ σε μια έξαψη «αντικομφορμιστικής» οργής. Αν και το υλικό αντλείται από ένα θρησκευτικό μύθο, ο προβληματισμός δε περιστρέφεται γύρω από την ηθική και δεν εγκλωβίζεται στην κατηγοριοποίηση καλού-κακού. Και τα δυο στοιχεία συνυπάρχουν τόσο στον Εωσφόρο όσο και στο Θεό, όπως προσδιορίζονται μέσα από τα λόγια τους, τις πράξεις τους αλλά και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν με τα ανώτερα πνεύματα σχέσεις έλξης-απώθησης. Σύμφωνα με τον ερευνητή David Eggenschweiler «η σύγχρονη κριτική μετέτρεψε το έργο σε ψυχολογικό και είδε τον Κάϊν σαν ένα υπαρξιακό ήρωα παγιδευμένο σε μια αδιέξοδη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη, τη γνώση και την αγάπη – έναν οργισμένο νέο, επαναστατημένο ενάντια σε έναν κόσμο για του οποίου την δημιουργία δεν ευθυνόταν».
Μέσα από μια σύγχρονη οπτική, η σκηνοθετική προσέγγιση της Σμαράγδας Χατζηδάκη επιχείρησε να αναδείξει τις βαθύτερες δομές του έργου, να υπογραμμίσει την υπαρξιακή αναζήτηση και να προβάλλει θεμελιώδη ζητήματα-ερωτήματα με τα οποία ο σημερινός άνθρωπος εξακολουθεί να καλείται σε αναμέτρηση. Με την προβολή διαφανειών, την εύστοχη χρήση της σκιάς σε συγκεκριμένες στιγμές, τους καίριους φωτισμούς που «πάγωναν» τη λεπτομέρεια, τη χωροταξική διευθέτηση της κίνησης των ηθοποιών και την εκφορά του λόγου εστίασε σε λέξεις και έννοιες-κλειδιά του κειμένου καταθέτοντας μια ολοκληρωμένη ανάγνωση. Στο σκηνικό χώρο που διαμόρφωσε ο Δημήτρης Ζέρβας επικρατεί το λευκό χρώμα (τρεις λευκές κουρτίνες, ένα λευκό τρισδιάστατο δένδρο της γνώσης) αποτυπώνοντας την ουδετερότητα και τη διαχρονική διάσταση του έργου. Την ίδια γραμμή ακολούθησε και στα κοστούμια, ντύνοντας τους χαρακτήρες στα λευκά, πλην του Εωσφόρου, την ιδιάζουσα μορφή του οποίου ενσάρκωσε με μια παγερή και αινιγματική όψη ο Κωνσταντίνος Χατζησάβας. Οι νέοι ηθοποιοί κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των ρόλων. Τον κεντρικό ήρωα Κάϊν ερμήνευσε ο Γιώργος Παναγιώτου, την Άδα υποδύθηκε η Αναστασία Αρβανίτη, τον Αδάμ ο Άλκης Ζούπας, την Εύα η Σοφία Λιάκου και τον Άβελ ο Φώτης Γαβράς.



Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κάϊν» του George Gordon Lord Byron
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια : Σμαράγδα Χατζηδάκη
Μετάφραση : Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Μουσική επεξεργασία : Τάσος Σωτηράκης
Φωτισμοί : Μπάμπης Καλαντζής, Σμαράγδα Χατζηδάκη
Σκηνικά - Κοστούμια : Δημήτρης Ζέρβας
Παίζουν : Άλκης Ζούπας, Σοφία Λιάκου, Φώτης Γαβράς, Αναστασία Αρβανίτη, Γιώργος Παναγιώτου και Κωνσταντίνος Χατζησάβας
Ακούγεται η φωνή του μικρού Νικηφόρου Γκολέμη

ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΕΚΤΟΝ
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 22 001

Δέκα εντολές-Ου μοιχεύσεις-Ου κλέψεις


Το «ου μοιχεύσεις» ασφαλώς είναι τίμια ρήσις,
Μα μοιάζει αναπόφευκτο να το καταπατήσεις.

Με δέος προς την Εντολή γενιές ανατραφήκαν,
Μα λίγοι αντιστάθηκαν και δεν το εγευτήκαν.

Κι αφού άγιος δε γίνεσαι προτού να αμαρτήσεις,
Να ‘χεις σου μένει τσαγανό να το ομολογήσεις!...

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου υλοποιήθηκε ένα πρωτοποριακό εγχείρημα : η θεατρική εκδοχή των δέκα εντολών της Παλαιάς Διαθήκης. Δέκα διαφορετικής γενιάς και ύφους σκηνοθέτες κλήθηκαν να προβληματιστούν και να ενεργοποιηθούν δημιουργικά απέναντι σ’ αυτή την πρόκληση, έχοντας πλήρη ελευθερία όσον αφορά στην επιλογή της δραματουργικής πρώτης ύλης. Κάθε σκηνοθέτης αναλαμβάνει να μετουσιώσει σε θέατρο οποιοδήποτε υλικό προκρίνει ως κατάλληλο χωρίς όμως να καταφύγει σε έτοιμο προϋπάρχον θεατρικό έργο. Οι εντολές παρουσιάστηκαν ανά δυο σε πέντε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Στην Ε’ και τελευταία περίοδο, παρουσιάζονται οι εντολές «Ου μοιχεύσεις» και «Ου κλέψεις». Την πρώτη εντολή που διαπραγματεύεται τη μοιχεία σκηνοθετεί η Μάνια Παπαδημητρίου. Στην παράσταση, παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από τη «Φιλονικία» και το «Θρίαμβο του έρωτα» του Μαριβώ καθώς και από την «Αφροδίτη με τη γούνα» του Ζάχερ-Μάζοχ. Η επεξεργασία λογοτεχνικών και θεατρικών κειμένων –Τσέχοφ, Κούντερα, Μπαλζάκ, Φουριέ, Μπρυκνέρ, Σαίξπηρ- κατά τη διάρκεια των προβών οδήγησαν σε ένα δρώμενο που θίγει όχι μόνο το ζήτημα της απιστίας αλλά απλώνεται στην ευρύτερη αναζήτηση του ανθρώπου για ένα και μοναδικό σύντροφο. Η ερωτική, ωστόσο, επιθυμία λειτουργεί ανεξάρτητα από τις διαθέσεις μας και τις αλλάζει. Η υποκρισία στις σχέσεις των δύο φύλων, η φθορά της καθημερινότητας και η ρουτίνα της μονογαμίας παρουσιάζονται μέσα από παιγνιώδεις και χιουμοριστικές στιχομυθίες που εκτοξεύουν οι αυτοσχέδιοι ανολοκλήρωτοι χαρακτήρες. Ένα σχόλιο πάνω στα προβλήματα της έγγαμης συμβίωσης και μια έμμεση αναφορά στην απελευθέρωση της σεξουαλικότητας. Καίρια και με καυστική διάθεση η σκηνή που παραπέμπει σε πάνελ μεσημεριανής εκπομπής! Τη σκηνική επιφάνεια καλύπτει ένα πελώριο, στρογγυλό, μεταξωτό, λευκό πανί που ανασηκώνεται με μηχανισμό. Σ’ αυτό κινούνται με επιδέξιες χορευτικές κινήσεις οι έξι ερμηνευτές αλλάζοντας τόπο δράσης, καταστάσεις και ρόλους.
Σύνθετη και με πολλές αναφορές η αναπαράσταση της εντολής «Ου κλέψεις» που σκηνοθέτησε ο Θοδωρής Αμπαζής. Η εντολή επικεντρώνεται, όχι στην πράξη, στο ρήμα «κλέβω», αλλά στο αντικείμενο. Το κείμενο της παράστασης διαμορφώθηκε από το υλικό που προέκυψε κατά τη διάρκεια των αυτοσχεδιασμών στις πρόβες και με τη συμβολή όλων των μελών της ομάδας. Κλίμα από Άγρια Δύση, κώδικες τιμής καουμπόηδων, στοιχεία από γούεστερν και πρόσωπα που μας θυμίζουν ήρωες κόμικς όπως ο Λούκυ-Λουκ, οι αδελφοί Ντάλτον, ο Ρομπέν των Δασών! Στον ευφάνταστο μικρόκοσμο του σκηνοθέτη κατοικούν διφορούμενες μορφές ληστών που έκλεβαν από τους πλούσιους για να δίνουν στους φτωχούς. Μέσα από χαρακτηριστικά στιγμιότυπα και επεισοδιακές καταστάσεις, οι εν λόγω χαρακτήρες δημιουργούν στον θεατή απορίες προβάλλοντας ηθικά διλήμματα. Το φορτωμένο σκηνικό της Ολυμπίας Σιδερίδου αποτελείται από αντικείμενα όπως δέρμα ζώου, μια κουνιστή καρέκλα, πρόσοψη ταμείου τράπεζας, πουγκιά με χρυσό, χρηματοκιβώτια και όπλα. Ο σκηνικός χώρος μαζί με τους εύστοχους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, τις μουσικές συνθέσεις του Θοδωρή Αμπαζή που παραπέμπουν σε σαλούν και τα ειδικά για την κάθε περίσταση σχεδιασμένα κοστούμια της κυρίας Σιδερίδου ευθυγραμμίζονται με τη σκηνοθετική αντίληψη. Λειτουργικός πειραματισμός, μια ιδιαίτερη οπτική σύλληψη ικανοποιητικά εκτελεσμένη, ένα χιούμορ που ξαφνιάζει. Ζωηρές ερμηνείες από νέους και ταλαντούχους ηθοποιούς και ένα έξυπνο διαδραστικό παιχνίδι για φινάλε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Οι Δέκα Εντολές
«Ου μοιχεύσεις»
Δραματουργική σύνθεση : Μάνια Παπαδημητρίου – Νάνσυ Τρικκαλίτη
Σκηνοθεσία : Μάνια Παπαδημητρίου
Σκηνικά – Κοστούμια : Ολυμπία Σιδερίδου
Μουσική επιμέλεια : Τάσος Αντωνίου
Επιμέλεια κίνησης – Χορογραφίες : Γιάννης Γιαπλές
Φωτισμοί : Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν : Ηλίας Κουνέλας, Πάρις Λύκος, Λαμπρινή Αγγελίδου, Λένα Παπαληγούρα, Λευτέρης Ζαμπετάκης και Παναγιώτης Λάρκου

«Ου κλέψεις»
Δραματολόγος : Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – Μουσική σύνθεση : Θοδωρής Αμπαζής
Βοηθός σκηνοθέτη : Ελένη Μποζά
Επιμέλεια κίνησης : Σεσίλ Μικρούτσικου
Βοηθός σκηνογράφου : Ανδρέας Παρασκευόπουλος
Παίζουν : Λευτέρης Ζαμπετάκης, Σοφιάννα Θεοφάνους, Παναγιώτης Λάρκου, Μαρία Παρασύρη, Ναταλία Στυλιανού και Σωτήρης Τσακομίδης

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μικρή Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131